Του Πατριάρχη
Η υπόθεση του φερόμενου δικτύου τρομοκρατίας που ερευνάται σε Κύπρο και Ελλάδα δεν προσφέρεται για απλοϊκά συμπεράσματα, προσφέρεται όμως – και ίσως επιβάλλεται – να οδηγήσει σε μια σοβαρή πολιτική συζήτηση. Οι αρχές σε Κύπρο και Ελλάδα διερευνούν διασυνδέσεις μεταξύ τεσσάρων Παλαιστινίων που συνελήφθησαν εδώ και ενός 37χρονου Παλαιστίνιου που συνελήφθη στην Κρήτη, με τις πληροφορίες να παραπέμπουν σε εκπαίδευση τους στη Μαλαισία στην κατασκευή εκρηκτικών και σε πιθανή στοχοποίηση ισραηλινών συμφερόντων σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Το πρώτο που πρέπει να σημειώσουμε είναι πως δεν απειλεί την Ευρώπη ο κάθε μουσουλμάνος που εργάζεται, ζει νόμιμα, σέβεται τους νόμους και θέλει να μεγαλώσει τα παιδιά του μακριά από τη φρίκη από την οποία συχνά έφυγε. Την απειλεί ο ριζοσπαστικοποιημένος ισλαμιστής που βλέπει την ευρωπαϊκή ελευθερία ως αδυναμία και την ανοιχτή κοινωνία ως πεδίο δράσης. Η διάκριση είναι σαφής και όποιος την αγνοεί, είτε από αφέλεια είτε από ιδεοληψία, κάνει δώρο στους εξτρεμιστές το πιο χρήσιμο άλλοθι.
Η Κύπρος, λόγω γεωγραφίας, δεν έχει την πολυτέλεια να παριστάνει πως βρίσκεται σε ασφαλή απόσταση από τις εστίες συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή. Είμαστε κράτος μέλος της ΕΕ, βρισκόμαστε δίπλα στη Μέση Ανατολή, φιλοξενούμε ευρωπαϊκά και δυτικά συμφέροντα και διατηρούμε στενές σχέσεις με το Ισραήλ. Όλα αυτά μας καθιστούν χρήσιμους για τη Δύση αλλά και πιθανό στόχο για όσους θέλουν να μεταφέρουν τη σύγκρουση σε ευρωπαϊκό έδαφος. Οι συλλήψεις και οι έρευνες δείχνουν ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας λειτούργησαν, αλλά αυτό δεν αρκεί για εφησυχασμό. Η επιτυχία μιας αποτροπής είναι είδηση για μία μέρα, αλλά η μία αποτυχία μπορεί να γίνει τραγωδία για δεκαετίες.
Η ανεξέλεγκτη μετανάστευση, η αδυναμία ταυτοποίησης, τα κενά στις επιστροφές, οι χαλαροί έλεγχοι και η πολιτική δειλία απέναντι στο πρόβλημα, δημιουργούν χώρο τρομοκρατικής δράσης. Δεν σημαίνει ότι κάθε παράνομος μετανάστης είναι ύποπτος, σημαίνει όμως ότι ένα κράτος που δεν γνωρίζει ποιος μπήκε, από πού ήρθε, με ποιες διαδρομές κινήθηκε και με ποιους επικοινωνεί, έχει ήδη παραχωρήσει μέρος της κυριαρχίας του.
Η Ευρώπη, που με την γραφειοκρατία της, πολλές φορές χρειάζεται δέκα επιτροπές για να αποφασίσει αν χρειαζόμαστε χάρτινα καλαμάκια, πρέπει επιτέλους να αντιμετωπίσει την ασφάλεια ως προϋπόθεση κοινωνικής ευημερίας και όχι ως αντίπαλό της.
Τα στοιχεία της Europol είναι ενδεικτικά. Στην έκθεση για το 2025, αναφέρονται 58 τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε αυτές ήταν ολοκληρωμένες, αποτυχημένες ή αποτράπηκαν. Από αυτές, οι περισσότερες αποδόθηκαν στην τζιχαντιστική τρομοκρατία, ενώ οι περισσότερες συλλήψεις για τρομοκρατικά αδικήματα σχετίζονταν επίσης με αυτήν την κατηγορία. Δεν είναι αφήγημα της ακροδεξιάς, αλλά ψυχρή αποτύπωση κινδύνου.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η υστερία ούτε η άρνηση. Χρειάζεται αυστηρός έλεγχος συνόρων, πραγματική ευρωπαϊκή ανταλλαγή πληροφοριών, βιομετρική ταυτοποίηση, άμεση απέλαση όσων οι αιτήσεις απορρίπτονται νόμιμα, επιτήρηση δικτύων ριζοσπαστικοποίησης και καθαρό μήνυμα πως η φιλοξενία δεν είναι πρόσκληση για υπονόμευση των φιλελεύθερων δυτικών κοινωνιών. Ταυτόχρονα, χρειάζεται προστασία των νομοταγών μεταναστών από τη συλλογική καχυποψία, γιατί εκεί ακριβώς ψαρεύουν συνεργάτες τα δίκτυα τρομοκρατών.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ορθώς κρατά χαμηλούς τόνους σε επιχειρησιακά ζητήματα, πολιτικά όμως, τα προβλήματα δεν μπορούν να κρύβονται κάτω από το χαλί. Η ασφάλεια δεν είναι φοβικό σύνδρομο, για να χαρακτηρίζεται ξενοφοβία. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε σοβαρό κράτος.
Οι διαδικασίες δεν μπορούν να γίνονται ασπίδα για την επ’ αόριστον παραμονή παράνομων μεταναστών. Πρέπει να απλοποιηθούν και να οδηγούν αυτούς που παραβιάζουν τα σύνορα στα αεροδρόμια με εισιτήριο επιστροφής στις πατρίδες τους.

























