Του Πατριάρχη
Το πόρισμα για την υπόθεση «Σάντη» δεν αφήνει πολλά περιθώρια για δημιουργικές ερμηνείες. Η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι δεν προέκυψε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα σοβαρά αδικήματα τα οποία προβλήθηκαν δημόσια, ενώ χαρακτήρισε το δεκατετρασέλιδο έγγραφο, τα μηνύματα, τα ηχητικά και το ευρύτερο αφήγημα ως ψευδή και κατασκευασμένα. Αναφέρθηκε μάλιστα ότι υπήρξαν παραδοχές για δημιουργία ψευδών αφηγημάτων και κατασκευασμένων μηνυμάτων, ενώ οι δικανικές εξετάσεις δεν εντόπισαν τις επικοινωνίες που παρουσιάζονταν ως γνήσιες.
Απέναντι σε αυτά, το επιχείρημα του Μακάριου Δρουσιώτη, ότι «δεν είναι δυνατόν μια γυναίκα να κατασκεύασε τόσα στοιχεία» δεν είναι καν επιχείρημα, αλλά σοφιστεία και υπεκφυγή. Το αν τα κατασκεύασε μόνη της, με βοήθεια ή με καθοδήγηση, είναι ζήτημα που πρέπει να απαντήσει η ποινική έρευνα και δεν αλλάζει το βασικό συμπέρασμα. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν ως αποκαλυπτικά ήταν πλαστά και όταν τα στοιχεία είναι πλαστά, δεν σώζεται το αφήγημα επειδή κάποιος δυσκολεύεται να πιστέψει πόσο μεγάλη μπορεί να είναι μια κατασκευή. Η ιστορία, η δημοσιογραφία και τα δικαστήρια είναι γεμάτα από τέτοια παραδείγματα, γιατί οι άνθρωποι, ως γνωστόν, δεν είναι πάντα ορθολογικά όντα. Ενίοτε διακατέχονται από εμμονές.
Το πρόβλημα για τον Μακάριο Δρουσιώτη δεν είναι μόνο ότι φαίνεται να παραπλανήθηκε, αλλά ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε πως εξέταζε την υπόθεση επί τρία χρόνια και παρ’ όλα αυτά δημοσιοποίησε υλικό που, σύμφωνα με το πόρισμα, δεν άντεξε στον στοιχειώδη έλεγχο. Ο Μακάριος γνωρίζει πολύ καλά, ίσως καλύτερα από τον καθένα, πως η δημοσιογραφία δεν είναι μεταφορά πληροφοριών, αλλά είναι έρευνα, διασταύρωση, ψυχραιμία και ευθύνη. Αν πράγματι υπήρχε τριετής έρευνα, θα έπρεπε από την πρώτη μέρα να είχαν εντοπιστεί τουλάχιστον τα προβλήματα στις φωτογραφίες και στα μηνύματα. Αν δεν εντοπίστηκαν, τότε η έρευνα ήταν ανεπαρκής ή δεν έγινε καθόλου. Αν εντοπίστηκαν και αγνοήθηκαν, τότε το ζήτημα γίνεται πολύ σοβαρότερο.
Υπάρχει και η περίπτωση του συναδέλφου Στέλιου Ορφανίδη, που φέρεται να είχε ρόλο στην κατά ισχυρισμό μεταφορά της «Σάντη» στη Γερμανία και είχε δημοσιεύσει ηχητικό περί άφιξής της εκεί. Το πόρισμα, όμως, καταγράφει ότι καταρρίφθηκε ο ισχυρισμός περί μετάβασης στη Γερμανία μέσω του Ορφανίδη και φιλοξενίας σε καταφύγιο γυναικών, ενώ αναφέρεται ότι την περίοδο που φερόταν να βρίσκεται στο εξωτερικό, η «Σάντη» εργαζόταν σε συγκεκριμένη εταιρεία στην Κύπρο. Εδώ δεν αρκεί η σιωπή. Ποιος του είπε ότι πήγε στη Γερμανία; Τι έλεγξε; Πώς βεβαιώθηκε; Γνώριζε ότι δεν πήγε ποτέ ή υπήρξε και ο ίδιος θύμα εξαπάτησης; Τα ερωτήματα πλέον αποτελούν την ουσία της υπόθεσης.
Απαντήσεις οφείλει και ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης, όχι με θεατρικές τηλεοπτικές εμφανίσεις και γενικόλογες αναφορές, αλλά με συγκεκριμένα στοιχεία. Γιατί παρέδωσε υλικό στον Μακάριο Δρουσιώτη και στον Στέλιο Ορφανίδη; Γιατί δεν επέλεξε τότε τη θεσμική οδό, ιδίως όταν ο αδελφός του ήταν Γενικός Εισαγγελέας και μπορούσε να διατάξει έρευνα; Σε ποιον ακριβώς έστειλε ο Κώστας Κληρίδης το επίμαχο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τις «απειλές» κατά του αδελφού του; Πώς όλα αυτά συνέπεσαν με μια περίοδο κατά την οποία η οικογένεια Κληρίδη βρισκόταν σε έντονη αντιπαράθεση με τους δικαστές;
Ο ίδιος ο Νίκος Κληρίδης είχε δηλώσει ότι δεν μπόρεσε να επαληθεύσει το υλικό που του προσκόμισε η «Σάντη», αλλά αυτό δεν κλείνει το θέμα.
Η ποινική έρευνα έχει πλέον μπροστά της το πιο δύσκολο μέρος της. Πρέπει να δείξει πώς ενεπλάκησαν ονόματα όπως του Γιώργου Μυλωνάκη, του Δημήτρη Παπαδάκη, του Μορφάκη Σολωμονίδη και άλλων; Σίγουρα δεν ενεπλάκησαν τυχαία. Κάποιος επέλεξε ονόματα και κάποιος έστησε ή μετέφερε ιστορίες. Κάποιος είχε κίνητρο να εμφανιστούν συγκεκριμένα πρόσωπα ως μέρος ενός δήθεν συστήματος σήψης. Αυτό δεν μπορεί να μείνει στη σκιά, όσο βολική κι αν είναι για όσους διέσυραν ανθρώπους και υπολήψεις.
Υπάρχει όμως και η πολιτική πλευρά. Το Volt και το ΑΛΜΑ επιχείρησαν να αξιοποιήσουν την υπόθεση και δεν κράτησαν αποστάσεις ασφαλείας. Δεν περίμεναν καν τη διερεύνηση. Είδαν ευκαιρία και όρμησαν. Ειδικά ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης θεώρησε ότι βρήκε ακόμη ένα λόγο για να ικανοποιήσει την εμμονή του για τους διεφθαρμένους θεσμούς και τους «διαπλεκόμενους δικαστές» που τον έπαυσαν. Η δε αδελφή του έφτασε στο σημείο να στοχοποιήσει τη δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Στάλω Χατζηγιάννη, η οποία μετείχε στη σύνθεση που αποφάσισε την παύση του τέως Γενικού Ελεγκτή, για ανάρμοστη συμπεριφορά.
Τώρα που το αφήγημα κατέρρευσε, θα ζητήσει κάποιος συγγνώμη; Ήδη γίνεται προσπάθεια να συνδεθεί η υπόθεση με άλλη έρευνα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, σαν να μπορεί μια εκκρεμότητα να ξεπλύνει ένα μεγαλειώδες φιάσκο.
Η ποινική διερεύνηση θα δείξει αν υπάρχουν αδικήματα και από ποιους διαπράχθηκαν. Ωστόσο η πολιτική και δημοσιογραφική ευθύνη δεν χρειάζεται πάντα ποινικό κατηγορητήριο για να φανεί.
Η υπόθεση «Σάντη» αφήνει πίσω της ζημιά, σε πρόσωπα που διασύρθηκαν, σε θεσμούς που κατηγορήθηκαν χωρίς αποδείξεις, στη δημοσιογραφία που χρησιμοποιήθηκε ως όχημα διασποράς ατεκμηρίωτων ισχυρισμών και στην πολιτική που έσπευσε να φορέσει το κοστούμι του εισαγγελέα. Το πόρισμα έδωσε απαντήσεις και τώρα πρέπει να ζητηθούν εξηγήσεις από όσους νόμισαν ότι μπορούν να μετατρέψουν την κατασκευή σε αλήθεια και την αμφιβολία σε πολιτικό όπλο.

























