Το κράτος έθαψε τις ευθύνες του μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά

Του Πατριάρχη

Επτά χρόνια μετά την αποκάλυψη της φρικιαστικής δράσης του κατά συρροή δολοφόνου που μας συστήθηκε ως «Ορέστης» (Λοχαγός Νίκος Μεταξάς), θα περίμενε κανείς πως μετά από τόση αναταραχή, μετά από τόσες γυναίκες και παιδιά που χάθηκαν ενώ οι φάκελοί τους κοιμούνταν σε συρτάρια, το κράτος θα κατέληγε τουλάχιστον σε ένα όνομα, σε μια ευθύνη, σε μια τιμωρία που να αντιστοιχεί στο μέγεθος των εγκλημάτων. Δεν κατέληξε, ως είθισται πουθενά. Ακόμα και η παρωδία των πειθαρχικών διώξεων κατά χαμηλόβαθμων αστυνομικών οδήγησε (όσο και αν είναι τραγικό) σε κωμωδία από αυτές που ξέρει να στήνει διαχρονικά η Αστυνομία, όταν πρόκειται για τα μέλη της.

Απαλλάχθηκαν όλοι, όχι γιατί βρέθηκαν αθώοι, αλλά γιατί τα έκαναν μούσκεμα με τα κατηγορητήρια (πιθανόν όχι τυχαία) και γιατί καθυστέρησαν, σε βαθμό που ξεπεράστηκε και ο χρόνος των δικών της Νυρεμβέργης. Το αστείο (αν επιτρέπεται η λέξη για μια υπόθεση με νεκρές γυναίκες και παιδιά) είναι πως στο εδώλιο δεν βρέθηκε ποτέ κανείς από όσους πραγματικά αποφάσιζαν. Αυτοί είναι πάντα στο απυρόβλητο.

Πριν καν φτάσουμε στην Αστυνομία, υπήρξε ένα προηγούμενο, πιο βολικό, ξέπλυμα. Οι δικηγόροι και εισαγγελείς της Νομικής Υπηρεσίας που αρχειοθετούσαν, χρόνο με τον χρόνο, τις εξαφανίσεις γυναικών και παιδιών, δηλαδή αυτοί που έδιναν τις οδηγίες στην Αστυνομία για το πώς να χειριστεί κάθε υπόθεση, πέρασαν από μια εσωτερική «έρευνα» του τότε Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη που κράτησε λιγότερο από όσο κρατάει ένας καφές. Το πόρισμα; Κανείς δεν έφταιγε. Η υπηρεσία που όφειλε να εποπτεύει την έρευνα για αγνοούμενες γυναίκες αθωώθηκε από τον ίδιο της τον προϊστάμενο, με ταχύτητα που θα ζήλευε κάθε κατηγορούμενος στα ποινικά δικαστήρια της χώρας, όπου οι υποθέσεις σέρνονται επί χρόνια.

Ο ίδιος ο τότε Γενικός Εισαγγελέας, ωστόσο, βρήκε τότε το κουράγιο για μια «ηρωική» χειρονομία. Εισηγήθηκε ποινικές διώξεις εναντίον δεκαπέντε μελών της Αστυνομίας –λιγότερων, βεβαίως, από όσα είχε εισηγηθεί η ΑΑΔΙΠΑ. «Ηρωισμός» με μέτρο, δηλαδή. Και πριν προλάβει να δοκιμαστεί η ειλικρίνειά του, ήρθε η διαδοχή. Ο νέος Γενικός και ο νέος Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας ανέτρεψαν την απόφαση. Ο νέος Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας έκρινε πως υπάρχει αδυναμία στοιχειοθέτησης διάπραξης των αδικημάτων, και αποφασίστηκε να μην καταχωρισθούν ποινικές υποθέσεις για κανένα μέλος της Αστυνομίας, αλλά να εξεταστεί το ενδεχόμενο πειθαρχικής δίωξης. Από την πιθανότητα φυλάκισης σε… πιθανότητα επίπληξης, με ένα υπηρεσιακό υπόμνημα.

Αν κάποιος πίστευε ότι έστω η πειθαρχική θα απέδιδε κάτι, θα απογοητευόταν με όσα επακολούθησαν. Από το 2021, οπότε λήφθηκε η απόφαση για πειθαρχικές διώξεις, η πρώτη πειθαρχική δίκη ξεκίνησε…χωρίς να ξεκινήσει, τον Μάρτιο του 2023. Δύο χρόνια δηλαδή για να ανοίξει ένας φάκελος. Και τότε, σε ρόλο πρωταγωνιστή, εμφανίζεται ο τότε Βοηθός Αρχηγός Χριστόφορος Μαυρομμάτης, ο οποίος έδωσε οδηγίες να μην τροποποιηθούν τα κατηγορητήρια, πριν αναγκαστεί λίγο αργότερα να τα ανακαλέσει με βάση γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα και να δώσει εντολή για κατάρτιση νέων κατηγορητηρίων. Με απλά λόγια τα έκανε θάλασσα. Χρειάστηκαν 6 μήνες για νέο πειθαρχικό κατηγορητήριο με τη διαδικασία να ξεκινάει πάλι από την αρχή, με το αποτέλεσμα να είναι η κατάρρευση της υπόθεσης, λόγω υπέρβασης του εύλογου χρόνου εκδίκασης. Υπήρξαν και άλλες «αβλεψίες» και έτσι η αποστολή εξετελέσθη.

Θα ήταν ανέντιμο να μην αναγνωρίσουμε πως το επιχείρημα της υπεράσπισης δεν ήταν αβάσιμο. Το δικαίωμα σε δίκη εντός εύλογου χρόνου κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, και κανένας θεσμός δεν μπορεί να κρατά έναν άνθρωπο έξι χρόνια κατηγορούμενο χωρίς να τον δικάζει επί της ουσίας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Πειθαρχική Επιτροπή εφάρμοσε τον νόμο. Το πρόβλημα είναι ότι το ίδιο το κράτος, με τη σειρά των δικών του λαθών, φρόντισε ώστε ο νόμος να λειτουργήσει τελικά υπέρ του συστήματος και όχι υπέρ των θυμάτων. Δεν χρειάστηκε συνωμοσία. Αρκούσε η συσσωρευμένη αδράνεια, η αδυναμία στοιχειοθέτησης, το λάθος κατηγορητήριο, η καθυστερημένη γνωμάτευση, το υλικό που «δεν βρέθηκε». Η δυσκολία να αποδοθεί ευθύνη είναι, από μόνη της, η καλύτερη απόδειξη ότι δεν υπήρξε ποτέ πραγματική βούληση να αποδοθεί.

Έτσι φτάνουμε στο τέλος της ιστορίας. Ένας Γενικός Εισαγγελέας που αθώωσε τη δική του υπηρεσία μέσα σε λίγες ώρες, ένας διάδοχός του που ανέτρεψε τις ποινικές διώξεις πριν καν προλάβουν να καταχωρηθούν, ένας Βοηθός Αρχηγός που με ένα λάθος κατηγορητήριο έριξε δύο πειθαρχικές δίκες, και μια Αστυνομία που δεν κατάφερε να παραδώσει το δικό της αποδεικτικό υλικό στα δικά της πειθαρχικά όργανα.

Η ερώτηση δεν είναι πια αν ο πολίτης πρέπει να εμπιστεύεται τους θεσμούς αυτής της χώρας. Η ερώτηση είναι με ποιο δικαίωμα οι θεσμοί αυτοί συνεχίζουν να ζητούν την εμπιστοσύνη του.