Του Πατριάρχη
Η ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών γύρω από το περιβόητο πόρισμα για το Videogate δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Το κείμενο δεν διαβιβάστηκε απλώς στην Νομική Υπηρεσία για να εξεταστούν ενδεχόμενες ποινικές ή πειθαρχικές ευθύνες, αλλά απεστάλη επειγόντως και στον διακεκριμένο γλωσσολόγο Γιώργο Μπαμπινιώτη. Ο λόγος προφανής. Η επιστήμη της εγκληματολογίας σηκώνει τα χέρια (ενδεχομένως και τα πόδια) ψηλά, εκεί όπου αρχίζει η επιστήμη της σημασιολογίας.
Το πόρισμα κατάφερε να πετύχει έναν πρωτοφανή ακαδημαϊκό άθλο, δηλαδή να καταγράψει δεκάδες σελίδες χωρίς να πει απολύτως τίποτα ουσιαστικό. Στην πολιτική μας πραγματικότητα, η συμπεριφορά αυτή περιγράφεται με τον ακριβή όρο του φαφλατισμού. Ο φαφλατισμός αποτελεί την τέχνη της ακατάσχετης φλυαρίας, όπου οι λέξεις μετατρέπονται σε προπέτασμα καπνού για να καλύψουν την παντελή απουσία περιεχομένου. Πρόκειται για την επιδερμική ρητορεία που παράγει εντυπώσεις, χωρίς κανένα απολύτως ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Στον αντίποδα αυτής της τακτικής, συναντάμε το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο, τον μουγκισμό. Ο μουγκισμός δεν είναι η απλή σιωπή, αλλά η μεθοδευμένη τακτική του να το βουλώνεις (παρά το ότι είσαι γνωστός φαφλατάς), ενώ την ίδια ώρα υποτίθεται πως απαντάς σε όλα, ή πολύ απλά παθαίνεις επιλεκτική αφωνία. Τρανό παράδειγμα αυτής της στάσης προσέφερε ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, στην πολυσυζητημένη περίπτωση του Μιχάλη Παρασκευά, όπου η λαλίστατη κατά τα άλλα διεκδίκηση της διαφάνειας υποχώρησε μπροστά σε μια εύγλωττη και βολική μουγκαμάρα.
Δεν είναι όμως μόνο αυτοί οι δύο όροι που εμπλουτίζουν το νέο πολιτικό λεξικό της ήδη πλούσιας διαλέκτου μας. Η εξέλιξη της υπόθεσης Videogate μας υποχρεώνει να εισαγάγουμε και την έννοια της πορισματολαγνείας. Πρόκειται για την εμμονική τάση της εξουσίας να διορίζει ερευνητικές επιτροπές, ποθνικούς ανακριτές και γενικώς ερευνητές, για το κάθε τι, προσδοκώντας ότι ο χρόνος που απαιτείται για τη σύνταξη της έκθεσης θα καταστήσει το θέμα άνευ αντικειμένου. Όταν το πόρισμα τελικά παραδοθεί, η κοινή γνώμη έχει ήδη κουραστεί και το ζήτημα έχει περάσει στα αζήτητα.
Παράλληλα, παρατηρούμε την έξαρση του φαινομένου της ευθυνοφοβικής αοριστολογίας, όπου οι εμπλεκόμενοι επιδίδονται σε διαρκείς ελιγμούς και πιρουέτες, για να μετακυλίσουν το βάρος της όποιας ευθύνης σε άλλους θεσμούς. Η τακτική αυτή συνδέεται άμεσα με την ακατάσχετη θεσμοκαπηλία, δηλαδή την επίκληση των ανεξάρτητων αρχών μόνο όταν οι αποφάσεις τους εξυπηρετούν τα ίδια συμφέροντα.
Όπως έγραφε και ο Διονύσιος Σολωμός, το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθές. Στην περίπτωσή μας, η αλήθεια φαίνεται να χάνεται πίσω από βουνά από λέξεις, νομικισμούς και βολικές σιωπές. Αν ο Γιώργος Μπαμπινιώτης αποφασίσει τελικά να συμπεριλάβει αυτούς τους όρους στο επόμενο λεξικό του, θα πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρει στις υποσημειώσεις πως η Κύπρος αποτελεί το πλέον ζωντανό εργαστήριο παραγωγής νέων γλωσσικών στρεβλώσεων. Μέχρι τότε, οι πολίτες θα παρακολουθούν το ίδιο θεατρικό έργο, όπου ο φαφλατισμός και ο μουγκισμός θα εναλλάσσονται στη σκηνή, αφήνοντας την ουσία στο σκοτάδι.

























