Η επιστολή Ζελένσκι αποκαλύπτει ποιος δεν θέλει ειρήνη

Του Πατριάρχης

Ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντιμίρ Ζελένσκι γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν θα τρέξει να αποδεχθεί κατάπαυση του πυρός, επειδή του απηύθυνε μια ανοιχτή επιστολή. Αν η Μόσχα ήθελε πραγματικά ειρήνη, θα είχε ήδη δοκιμάσει τον δρόμο της διαπραγμάτευσης χωρίς να ζητά ως προϋπόθεση την πολιτική και εδαφική συνθηκολόγηση της Ουκρανίας.

Η επιστολή του Ουκρανού Προέδρου, με πρόταση για πλήρη κατάπαυση του πυρός και συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο σε ουδέτερη χώρα, έχει άλλο στόχο. Να μεταφέρει το βάρος της άρνησης εκεί όπου ανήκει, δηλαδή στο Κρεμλίνο.
Ο Ζελένσκι δεν γράφει στον Πούτιν από αφέλεια. Γράφει γιατί η Ουκρανία έχει κάθε λόγο να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου χωρίς να παραδώσει την ανεξαρτησία της και να ταπεινωθεί όπως απαιτεί η Μόσχα.

Η πρόταση για συνομιλίες, όταν συνοδεύεται από ετοιμότητα για κατάπαυση του πυρός, αφαιρεί από τη Ρωσία κάθε επιχείρημα αναγκάζοντας να ρίξει το προσωπείο του δήθεν θύματος που τάχα δέχεται επίθεση, από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Παράλληλα τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του Πούτιν, που θέλει να πείσει πως είναι δήθεν πρόθυμος για συνομιλίες και απλώς περιμένει μια «λογική» Ουκρανία. Η λογική υπάρχει, αλλά εκείνο που λείπει είναι η ρωσική αποδοχή πως η Ουκρανία είναι κράτος και όχι η επαρχία των αυτοκρατορικών φαντασιώσεων του Ρώσου ηγέτη.

Η χρονική στιγμή έχει σημασία. Η Ουκρανία έχει χτυπήσει βαθιά ρωσικές ενεργειακές υποδομές, διυλιστήρια, αγωγούς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμων, πλήττοντας μια από τις βασικές πηγές χρηματοδότησης του πολέμου. Οι εγκαταστάσεις που έχουν σταματήσει πλήρως ή μερικώς να λειτουργούν, αντιστοιχούν περίπου στο ¼ της συνολικής ρωσικής δυναμικότητας διύλισης, ενώ η πίεση στον ρωσικό προϋπολογισμό μεγαλώνει, αφού τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο αποτελούν κρίσιμο μέρος των κρατικών εσόδων.
Την ίδια ώρα, το ανθρώπινο κόστος για τη Ρωσία είναι τεράστιο. Η Μόσχα μπορεί να κρύβει αριθμούς, να βαφτίζει την εισβολή «ειδική επιχείρηση» και να στέλνει φτωχούς Ρώσους, εισαγόμενους Βορειοκορεάτες και ξένους Αφρικανούς μισθοφόρους στην κρεατομηχανή, αλλά η πραγματικότητα δεν υπακούει σε διατάγματα. Ανάλυση του Center for Strategic and International Studies καταγράφει πολύ υψηλότερες ρωσικές απώλειες από τις ουκρανικές και αποδίδει το κόστος σε κακή τακτική, ελλιπή εκπαίδευση, διαφθορά και στην αποτελεσματική αμυντική διάταξη της Ουκρανίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις γνωστές καθυστερήσεις της, έχει κινηθεί με τρόπο ουσιαστικό. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει εγκρίνει δάνειο €90 δισεκατομμυρίων για τις άμεσες δημοσιονομικές και αμυντικές ανάγκες της Ουκρανίας για το 2026 και το 2027, με σημαντικό μέρος να διοχετεύεται στην αμυντική βιομηχανία και στις προμήθειες. Πρόκειται για στήριξη που δείχνει πως η Ουκρανία δεν πολεμά μόνη, αλλά αποτελεί προκεχωρημένο μέτωπο της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε πολλές φορές να παρουσιάσει την Ουκρανία ως βάρος και τη Ρωσία ως συνομιλητή που απλώς χρειάζεται κατανόηση, αλλά αυτή η τακτική έχει υποστεί ρωγμές και δεν πείθει. Η Βουλή των ΗΠΑ κινείται ξανά προς νομοθεσία για βοήθεια άνω του $1 δισεκατομμυρίου και επιπλέον αμυντικά δάνεια $8 δισεκατομμυρίων, παρά τις αντιρρήσεις της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας. Ακόμα σημαντικότερο, είναι ότι η Ουκρανία είχε αποδεχθεί και στο παρελθόν την άνευ όρων κατάπαυση του πυρός που ζητούσε ο Τραμπ, ενώ ο Πούτιν την είχε απορρίψει.

Αυτό είναι και το πολιτικό κέρδος της επιστολής Ζελένσκι. Η Ουκρανία εμφανίζεται ως χώρα που θέλει ειρήνη, αλλά όχι ταπείνωση, θέλει διαπραγμάτευση, αλλά όχι παράδοση, θέλει να σταματήσει ο πόλεμος, αλλά όχι να επιβραβευθεί η εισβολή.
Από την άλλη η Ρωσία δεν πολεμά για την ασφάλεια της. Πολεμά για έλεγχο και όσο η Ουκρανία αντέχει, χτυπά στρατηγικούς στόχους, εξασφαλίζει ευρωπαϊκή και αμερικανική στήριξη και κρατά ανοικτή την πόρτα της ειρήνης, τόσο αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι η Ουκρανία που αρνείται τον τερματισμό του πολέμου. Είναι η Ρωσία που δεν αντέχει μια ειρήνη χωρίς υποταγή.