Η ήττα φίλε Μακάριε δεν ήταν σκοτεινή συνωμοσία

Του Πατριάρχη

Ο Μακάριος Δρουσιώτης, με χθεσινή ανάρτηση του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιχείρησε να παρουσιάσει την αποτυχία του Volt, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, ως αποτέλεσμα ενός άνισου πολέμου. Από τη μια, λέει, ήταν ο ίδιος και λίγοι φίλοι και από την άλλη, ένα σύστημα εξουσίας, χρήμα, μέσα ενημέρωσης, μηχανισμοί και στρατευμένοι κονδυλοφόροι. Ιδιαιτέρως βολικό αφήγημα, γιατί έχει δράμα, έχει διώκτες, έχει θύμα και έχει και την απαραίτητη δόση αυτοδικαίωσης. Εκείνο που δεν έχει όμως, είναι ανάληψη ευθύνης και παραδοχή λαθών από τον ίδιο και το Volt.

Το κόμμα με το οποίο ήταν υποψήφιος, δεν έμεινε εκτός Βουλής επειδή ξαφνικά σηκώθηκαν οι μηχανισμοί των μεγάλων κομμάτων και το συνέτριψαν τα τελευταία εικοσιτετράωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες. Τα μεγάλα κόμματα έχουν μηχανισμούς σε κάθε εκλογική αναμέτρηση και δεν τους ανακάλυψαν στις 24 Μαΐου για να πολεμήσουν ειδικώς το Volt, λες και είχαν μπροστά τους κάποια πολιτική επέλαση που θα άλλαζε την ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας ή τον Αννίβα έξω από τις πύλες της Ρώμης.

Ο ίδιος ο Μακάριος Δρουσιώτης γράφει ότι το Volt πήρε περίπου 11.500 ψήφους σε εκλογικό σώμα 570.000 και ότι ηττήθηκε «κατά κράτος». Την ίδια ώρα υποστηρίζει πως πριν από τα δικά του δημοσιεύματα ήταν στο 2% (κατά τις δημοσκοπήσεις) και μετά υπερδιπλασίασε το ποσοστό του, άρα δεν ευθύνεται η δική του στάση για την τελική αποτυχία. Πρόκειται για αριθμητική που προσπαθεί να υποκαταστήσει την πολιτική επιλογή της ψήφου, με τις απαντήσεις μας στιγμής κάποιου δημοσκοπικού δείγματος. Το Volt δεν απέτυχε στις δημοσκοπήσεις αλλά στην κάλπη όπως και άλλα κόμματα.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι ο ίδιος, όπως ισχυρίζεται, άνοιξε μέτωπο με τη διαφθορά, γιατί κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να κατηγορήσει κάποιον επειδή ζητά λογοδοσία. Το πρόβλημα ήταν ότι στην υπόθεση Σάντυ παρουσιάστηκαν ως «ατράνταχτα» στοιχεία, αφηγήματα και «τεκμήρια» που δεν επιβεβαιώθηκαν ή αποκαλύφθηκε πως ήταν πλαστά ή έστω προβληματικά.
Όταν ένας υποψήφιος συνδέει την πολιτική του παρουσία με τέτοιες καταγγελίες, δεν μπορεί μετά να λέει πως οι «αστοχίες» ήταν δευτερευούσης σημασίας. Στη δημοσιογραφία, όπως και στην πολιτική, τέτοιες αστοχίες δεν είναι λεπτομέρειες, αλλά αποτελούν ρήγμα αξιοπιστίας.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η ευκολία με την οποία ο Μακάριος Δρουσιώτης, απαξιώνει δημοσιογράφους που διαφώνησαν μαζί του ή έθεσαν ερωτήματα για την υπόθεση. Τους αποκαλεί «στρατευμένους κονδυλοφόρους», «βαποράκια» και υπηρέτες αλλότριων συμφερόντων. Αυτή η γλώσσα δεν τιμά τον ίδιο ως δημοσιογράφο, δεν τιμά την δημοσιογραφία και ούτε βοηθάει την αλήθεια. Ξέρει καλύτερα από εμένα πως ο δημοσιογράφος που ζητάει απαντήσεις, ελέγχει στοιχεία ή επισημαίνει αντιφάσεις δεν γίνεται αυτομάτως όργανο κάποιου συστήματος. Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε να καταργήσουμε το επάγγελμα και να κρατήσουμε μόνο τους αυτόκλητους ιεροκήρυκες της αλήθειας.

Υπάρχει όμως και κάτι πιο προκλητικό. Ο ίδιος υπήρξε έμμισθος συνεργάτης πολιτικών προσώπων και υπηρέτησε μια κυβέρνηση. Αυτό βεβαίως δεν του στερεί το δικαίωμα να κάνει δημοσιογραφία ούτε ακυρώνει εκ των προτέρων όσα γράφει στα βιβλία του. Θα ήταν άδικο και φθηνό να κριθεί μόνο από αυτό. Όμως του επιβάλλει μεγαλύτερη προσοχή όταν πετά λάσπη σε συναδέλφους του, ιδίως σε ανθρώπους που δεν υπήρξαν ποτέ έμμισθοι πολιτικών προσώπων. Δεν μπορεί κάποιος με τη δική του διαδρομή να μοιράζει πιστοποιητικά ανεξαρτησίας και να βαφτίζει τους άλλους «κονδυλοφόρους» επειδή δεν προσχώρησαν στη δική του εκδοχή των πραγμάτων.
Το αφήγημα ότι όλα οφείλονται στη δολιοφθορά των μέσων ενημέρωσης επίσης δεν πείθει. Αν ένα κόμμα θέλει να εκπροσωπήσει το νέο, το καθαρό και το ευρωπαϊκό, οφείλει να αντέχει στον έλεγχο. Δεν γίνεται να ζητάς διαφάνεια για όλους και ανοχή για τον εαυτό σου. Η λογοδοσία δεν είναι εργαλείο που χρησιμοποιείται μόνο εναντίον των αντιπάλων, αλλά κανόνας που ισχύει και για όσους εμφανίζονται ως ιππότες της κάθαρσης, καλή ώρα ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης που επίσης προσγειώθηκε ανώμαλα με τα χαμηλά ποσοστά του «Άλματος».

Η αποτυχία του Volt δεν μπορεί να χρεωθεί μόνο στον Μακάριο Δρουσιώτη γιατί αυτό θα ήταν και υπερβολικό και άδικο. Όμως είναι εξίσου άδικο να παρουσιάζεται η δική του εμπλοκή ως άσχετη με το τελικό αποτέλεσμα. Όταν ένα κόμμα ταυτίζεται, έστω και με «ήξεις αφήξεις», με μια υπόθεση που αναστατώνει και πολώνει την κοινή γνώμη και στη συνέχεια η υπόθεση αυτή παρουσιάζει σοβαρές ρωγμές, η ζημιά δεν είναι θεωρητική. Περνάει στον ψηφοφόρο, γίνεται αμφιβολία και στην κάλπη η αμφιβολία συχνά μετατρέπεται σε αποχή ή σε επιλογή άλλου κόμματος.

Το έχουμε δει πολλές φορές σε εκλογικές αναμετρήσεις, αυτοί που χάνουν να κατηγορούν τους άλλους. Κατηγορούν τον λαό, τα ΜΜΕ, τους μηχανισμούς, τους διεφθαρμένους, τους αδιάφορους, τους αγνώμονες, τους Ροδόσταυρους… Σπανίως κοιτούν το αποτέλεσμα και διερωτώνται τι έκαναν λάθος. Ο Μακάριος -μκαι το λέω ως άνθρωπος που δούλεψα μαζί του – επέλεξε την πρώτη οδό, ενώ το Volt, αν θέλει να έχει μέλλον, πρέπει να επιλέξει τη δεύτερη.

Όποιος ζητά από τους άλλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους, καλό είναι να ξεκινά από τις δικές του.