Του Πατριάρχη
Πριν από μερικά χρόνια ο Βλαντίμιρ Πούτιν προειδοποιούσε με σχεδόν αυτοκρατορικό ύφος βεβαιότητας ότι οι ευρωπαϊκές κυρώσεις θα γύριζαν μπούμερανγκ. Υποστήριζε ότι η Ευρώπη θα πάγωνε χωρίς το ρωσικό φυσικό αέριο, ότι οι βιομηχανίες θα έκλειναν και ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα αναγκάζονταν να επιστρέψουν γονατιστές στη Μόσχα εκλιπαρώντας για πώληση ενέργειας. Η εικόνα που καλλιεργούσε ήταν πως η Ρωσία κρατούσε το ενεργειακό κλειδί της Ευρώπης. Και δεν υπήρχε κανένα αντικλείδι
Δυστυχώς για αυτόν η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πλήρωσε βαρύ τίμημα. Οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύθηκαν, οι κυβερνήσεις χρειάστηκε να διαθέσουν δισεκατομμύρια για να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις και η απεξάρτηση από την ρωσική ενέρεγεια δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε ανώδυνη. Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκαν νέοι προμηθευτές, αυξήθηκαν οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, επιταχύνθηκαν οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές και η εξάρτηση από τη Ρωσία τερματίστηκε, κάτι που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητο.
Την ίδια ώρα, η χώρα που θεωρούσε ότι κρατούσε όλους τους μοχλούς πίεσης, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με προβλήματα που δύσκολα μπορούσε να προβλέψει.
Η Ουκρανία ακολούθησε μια στρατηγική που χτυπά εκεί όπου πονά περισσότερο η ρωσική πολεμική μηχανή. Με επιθέσεις μεγάλης ακρίβειας εναντίον διυλιστηρίων, αποθηκών καυσίμων, αγωγών και άλλων ενεργειακών εγκαταστάσεων, προκαλεί διαρκή φθορά στην παραγωγή και στη διανομή καυσίμων. Η Μόσχα αναγκάζεται κατά περιόδους να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές καυσίμων και να μεταφέρει πολύτιμους πόρους για την προστασία κρίσιμων υποδομών αντί να τους διαθέτει στο μέτωπο.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη βιομηχανία. Επηρεάζονται οι μεταφορές, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και η δυνατότητα ανεφοδιασμού στρατιωτικών μονάδων. Η Κριμαία, που αποτελεί βασικό κέντρο διοικητικής μέριμνας για τις ρωσικές δυνάμεις, βρίσκεται πλέον πολύ συχνότερα στο στόχαστρο ουκρανικών επιθέσεων, γεγονός που αυξάνει το κόστος και τη δυσκολία υποστήριξης των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η ρωσική οικονομία συνεχίζει να δέχεται πιέσεις από τις κυρώσεις, τις τεράστιες πολεμικές δαπάνες, τον πληθωρισμό και την έλλειψη εργατικού δυναμικού. Η φαντασίωση μιας οικονομίας που θα οδηγούσε στην κατάρρευση της Ευρώπης και στον θρίαμβο της Ρωσίας δεν επιβεβαιώθηκε. Αντιθέτως, η Μόσχα αναγκάζεται να διαθέτει ολοένα και περισσότερους πόρους για να συντηρεί έναν πόλεμο που η ίδια πίστευε ότι θα τελείωνε μέσα σε λίγες μέρες ή το πολύ εβδομάδες.
Υπάρχει όμως ακόμη ένα στοιχείο που αλλάζει τα δεδομένα. Τα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά οπλικά συστήματα του πολέμου. Δεν προκαλούν μόνο καταστροφές βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια, αλλά δημιουργούν και μια νέα βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, η οποία ήδη προσελκύει το ενδιαφέρον ξένων χωρών. Η Ουκρανία μετατρέπει την εμπειρία που απέκτησε στο πεδίο της μάχης σε τεχνογνωσία με εξαγωγική αξία, υπογράφοντας συνεργασίες και ανοίγοντας έναν νέο οικονομικό ορίζοντα ακόμη και εν μέσω πολέμου.
Το μάθημα ίσως είναι χρήσιμο και για τον Ντόναλντ Τραμπ. Πριν από λίγους μήνες αντιμετώπιζε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι σχεδόν ως ηττημένο, επαναλαμβάνοντας ότι «δεν έχει χαρτιά». Σήμερα ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχεται ότι η Ουκρανία διαθέτει περισσότερα πλεονεκτήματα από όσα πίστευε αρχικά. Η εξέλιξη του πολέμου απέδειξε ότι η ισχύς δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των στρατιωτών ή των αρμάτων μάχης. Μετριέται και με την ικανότητα προσαρμογής, την τεχνολογική υπεροχή, την καινοτομία και την αποφασιστικότητα.
Η αλαζονεία πάντα έχει τίμημα. Ο Πούτιν πίστεψε ότι μπορούσε να εκβιάσει ενεργειακά ολόκληρη την Ευρώπη και αντί γι’ αυτό, βλέπει σήμερα τη δική του ενεργειακή υποδομή να μετατρέπεται σε έναν από τους πιο ευάλωτους στόχους του πολέμου. Όσοι βιάστηκαν να ξεγράψουν την Ουκρανία, ανακαλύπτουν ότι πολλές φορές τα σημαντικότερα «χαρτιά» δεν βρίσκονται στην τσέπη εκείνου που φωνάζει περισσότερο, αλλά σε εκείνον που προσαρμόζεται ταχύτερα στις συνθήκες που δημιουργούνται.

























