Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και Κασσάνδρες σε Αθήνα και Λευκωσία

Του Πατριάρχη

Η 36η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ ανοίγει τις εργασίες της στην Άγκυρα, στο Προεδρικό Συγκρότημα του Μπεστεπέ, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να απολαμβάνει την ευκαιρία να παρουσιαστεί, για δύο ολόκληρες ημέρες, ως ο κεντρικός οικοδεσπότης της Δύσης, την οποία δεν κρύβει πως μισεί. Και πριν καν ξεκινήσουν επίσημα οι εργασίες, το γνωστό εγχώριο χορωδιακό συγκρότημα της κινδυνολογίας έχει ήδη βγει στα κάγκελα, έτοιμο να φωνάξει «τέλος εποχής» για την Κύπρο και την Ελλάδα. Μήπως να χαλαρώσουμε και να πάρουμε μια ανάσα;

Ας ξεκινήσουμε από κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, αλλά προφανώς δεν είναι, αφού συζητιέται σαν ανακάλυψη κάθε φορά που η Άγκυρα φιλοξενεί μια Σύνοδο. Η Τουρκία είναι πολύτιμη για τη Βορειοατλαντική Συμμαχία ανεξαρτήτως του πού συνεδριάζουν οι ηγέτες. Διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα στενά του Βοσπόρου, συνορεύει με τη Συρία, το Ιράν, τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα, και έχει οικοδομήσει μια αμυντική βιομηχανία που πλέον την καθιστά όχι απλώς καταναλωτή αλλά και προμηθευτή όπλων. Αυτά τα δεδομένα δεν προέκυψαν επειδή ήταν η σειρά της Άγκυρας να φιλοξενήσει τη Σύνοδο. Υπήρχαν και πριν, θα υπάρχουν και μετά. Το να αιφνιδιαζόμαστε, λοιπόν, με μια «ευνοϊκή» ή «τιμητική» μεταχείριση προς την Τουρκία επειδή απλώς έγινε ορατή για δύο μέρες στις οθόνες, είναι σαν να εκπλησσόμαστε που ο ήλιος ανατέλλει από την Ανατολή.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τουρκία θα «κερδίσει» κάτι από τη διοργάνωση. Για παράδειγμα, μια εικόνα φιλοξενίας, κάποιες συμφωνίες αμυντικής βιομηχανίας, ίσως και μια ακόμη υπόσχεση Τραμπ για επιστροφή στο πρόγραμμα F-35 που ακούγεται εδώ και χρόνια χωρίς να έχει υλοποιηθεί σε τίποτα συγκεκριμένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτή η γεωπολιτική βαρύτητα μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτικό κεφάλαιο εναντίον της Κύπρου και της Ελλάδας. Η απάντηση είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο θέλουν να πιστεύουν οι επαγγελματίες του πανικού.

Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν παίζουν αυτό το παιχνίδι μόνες. Το Ισραήλ, χωρίς καν να είναι μέλος του ΝΑΤΟ, αποτελεί καθοριστικό εταίρο στην Ανατολική Μεσόγειο, με τον οποίο η Αθήνα και η Λευκωσία έχουν χτίσει, όχι στα λόγια, αλλά σε επίπεδο ενέργειας, άμυνας και υποδομών, μια σχέση εμπιστοσύνης που δεν εξαρτάται από τη διάθεση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Άγκυρα. Η Γαλλία, από την άλλη, παραμένει η μοναδική ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη εντός της Συμμαχίας, με στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή που δεν συμπίπτουν πάντα με τα τουρκικά, ιδίως όταν το ζήτημα είναι η αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία η Άγκυρα διεκδικεί ισότιμη συμμετοχή παρακάμπτοντας ακριβώς τις ενστάσεις Παρισιού, Αθήνας και Λευκωσίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα και η Κύπρος είναι άτρωτες ή ότι μπορούν να εφησυχάζουν. Σημαίνει όμως ότι δεν είναι αναλώσιμες. Η γεωγραφική μας θέση, η πύλη προς τη Μέση Ανατολή, ο έλεγχος θαλάσσιων οδών, η σταθερότητα σε μια περιοχή όπου η αστάθεια είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, δεν είναι λιγότερο πραγματική από αυτήν της Τουρκίας, απλώς είναι λιγότερο διαφημισμένη. Η Κύπρος, συγκεκριμένα, έχει επενδύσει συστηματικά τα τελευταία χρόνια σε στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, μετατρέποντας τα λιμάνια και τους αερολιμένες της σε σημείο διευκόλυνσης για ανθρωπιστικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις προς τη Μέση Ανατολή. Κανείς σοβαρός στρατηγικός σχεδιαστής στην Ουάσιγκτον δεν αντικαθιστά ελαφρά τη καρδία έναν τέτοιο παράγοντα σταθερότητας με μια νέα εστία έντασης, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες της Άγκυρας.

Υπάρχει κι ένα δεύτερο επιχείρημα που καταρρίπτει την αφήγηση του, «όλα χάθηκαν». Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη αρκετά βήματα μπροστά από την Τουρκία σε ότι αφορά τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών της, τις συμμαχίες και τη διπλωματική της αναβάθμιση στην περιοχή. Κι αυτό δεν συνέβη λόγω της γενναιοδωρίας της Ουάσιγκτον ή των Βρυξελλών. Χτίστηκε παρά το μέγεθος και τη γεωγραφική βαρύτητα της Τουρκίας, παρά τη γνωστή συμπάθεια Τραμπ προς τον Ερντογάν, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις περί κινητήρων για τα τουρκικά μαχητικά ΚΑΑΝ ή περί επανένταξης στο πρόγραμμα F-35. Αν το μέγεθος και η γεωγραφία ήταν αρκετά για να καθορίσουν μονομερώς την ισορροπία δυνάμεων, η Ελλάδα δεν θα είχε καταφέρει τίποτα από όσα έχει καταφέρει. Η πραγματικότητα, όμως, λέει και κάτι άλλο. Η στρατηγική συνέπεια αποδίδει, ανεξαρτήτως του ποιος φιλοξενεί ποια σύνοδο.

Το σφάλμα, λοιπόν, δεν είναι να αναγνωρίζουμε ότι η Τουρκία απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση εντός της Συμμαχίας, αλλά είναι να μεταφράζουμε αυτή την καταγραφή σε μοιρολατρία, σαν να μην έχουμε καμία επιρροή στην τελική έκβαση. Το πραγματικό διακύβευμα της Συνόδου δεν είναι αν η Άγκυρα θα αποσπάσει ακόμη μια συμβολική χειραψία ή μια αόριστη δέσμευση περί F-35. Είναι αν η Δύση θα αποφασίσει επιτέλους να συνδέσει την ανοδική πορεία της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ με πραγματική πρόοδο σε ζητήματα που εκκρεμούν εδώ και δεκαετίες, όπως το Κυπριακό και το Αιγαίο.

Ας αναμένουμε λοιπόν τα συμπεράσματα της Συνόδου χωρίς κινδυνολογία και ας αφήσουμε επιτέλους τις Κασσάνδρες να προφητεύουν καταστροφές που δεν έρχονται ποτέ, ενώ η πραγματική δουλειά της διπλωματίας και της αποτροπής γίνεται αλλού, μακριά από τα φώτα του Μπεστεπέ.