Όποια πέτρα να σηκώσεις θα βρεις «Κύπριο» ολιγάρχη

Του Πατριάρχη

Η βομβιστική επίθεση στο Μονακό κατά του Βαντίμ Γερμολάεφ δεν είναι βεβαίως κυπριακή υπόθεση ως προς το έγκλημα. Είναι όμως βαθιά κυπριακή υπόθεση ως προς το διαβατήριο, γιατί κάθε φορά που ένας άνθρωπος με περίεργο επιχειρηματικό παρελθόν, με ανοιχτές υποθέσεις, με κυρώσεις ή με ερωτήματα γύρω από τη δράση του, εμφανίζεται να κρατάει κυπριακή ταυτότητα, το ερώτημα ευλόγως είναι: Ποιος του την έδωσε;

Ο Γερμολάεφ δεν είναι ένας άγνωστος τουρίστας που αγάπησε την Κύπρο, έμαθε να τρώει χαλούμι και συγκινήθηκε με τα ηλιοβασιλέματα της Πάφου. Είναι επιχειρηματίας ουκρανικής καταγωγής, με δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας, ο οποίος εγκατέλειψε την ουκρανική υπηκοότητα και απέκτησε κυπριακή. Στη συνέχεια βρέθηκε υπό ουκρανικές κυρώσεις, με το Κίεβο να τον συνδέει με επιχειρηματική δραστηριότητα στη ρωσοκρατούμενη κατεχόμενη Κριμαία. Μπορεί ο ίδιος να απορρίπτει ή να αμφισβητεί όσα του αποδίδονται. Αυτό είναι δικαίωμά του. Το πρόβλημα όμως για την Κύπρο δεν είναι η υπερασπιστική γραμμή του Γερμολάεφ, αλλά η δική μας κρατική γραμμή, αν υπήρξε ποτέ τέτοια και δεν ήταν απλώς ένας διάδρομος ταχείας εξυπηρέτησης ολιγαρχών.

Πώς απέκτησε κυπριακή υπηκοότητα; Ποιοι μεσολάβησαν; Ποιοι υπέγραψαν; Ποιοι έκαναν τον έλεγχο; Ποιοι βεβαίωσαν ότι όλα ήταν καθαρά; Ποιο δικηγορικό γραφείο, ποιος πάροχος, ποιοι λειτουργοί και ποιοι υπουργοί είδαν τον φάκελο; Αυτά δεν είναι ερωτήματα περιέργειας, αλλά ερωτήματα δημόσιου συμφέροντος. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι εταιρεία έκδοσης ταξιδιωτικών εγγράφων για πλούσιους περαστικούς. Είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το διαβατήριό της δεν ανοίγει μόνο την πύλη του αεροδρομίου Λάρνακας, αλλά την πόρτα της Ευρώπης.

Το επιχείρημα βεβαίως ήταν γνωστό, τότε που οιράζαμε διαβατήρια σαν χαρτοπόλεμο. Θα έρθουν επενδύσεις, θα κινηθεί η κατασκευαστική βιομηχανία, θα πέσουν λεφτά στην αγορά, θα ανασάνει η οικονομία κλπ. Ωραία ακούγονταν όλα αυτά, αλλά δεν ξέρω πολλούς από εμάς να έγιναν πλούσιοι από την πώληση υπηκοοτήτων. Μόνο που η πολιτογράφηση δεν είναι πώληση πολυτελούς διαμερίσματος. Είναι πράξη κυριαρχίας και όταν η πράξη αυτή γίνεται με κριτήριο την οικονομική επιφάνεια και όχι τον πραγματικό δεσμό με τη χώρα, τότε το κράτος μικραίνει και γίνεται μικρομάγαζο ευρωπαϊκής συνοικίας. Μπορεί να γεμίζουν για λίγο κάποιοι λογαριασμοί, αλλά αδειάζει από αξιοπιστία το κράτος.

Σήμερα, κάθε τέτοια περίπτωση που βγαίνει στη διεθνή επικαιρότητα έχει κυπριακό πρόσημο. Ολιγάρχης με κυπριακό διαβατήριο. Καταζητούμενος ή υπό κυρώσεις με κυπριακό διαβατήριο. Επιχειρηματίας με γκρίζες διαδρομές και κυπριακό διαβατήριο. Στο τέλος η χώρα εμφανίζεται όχι ως σοβαρό κράτος, αλλά ως βολικό καταφύγιο ανθρώπων που ήθελαν μια ευρωπαϊκή ασπίδα και τους την δώσαμε απλώς γιατί είχαν λεφτά.

Δεν χρειάζεται να ισχυριστεί κανείς ότι όλοι όσοι πολιτογραφήθηκαν ήταν απατεώνες, γιατί αυτό θα ήταν άδικο και εύκολο. Το πρόβλημα είναι ότι το σύστημα επέτρεψε σε πολλούς ύποπτους να περάσουν από την ίδια πόρτα με τους νόμιμους και όταν ένα κράτος δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον επενδυτή από τον απατεώνα, τότε δεν κάνει οικονομική πολιτική, αλλά διεθνή αυτοϋπονόμευση.

Η υπόθεση Γερμολάεφ πρέπει να ανοίξει ξανά τον φάκελο, όχι γενικά και αόριστα, αλλά συγκεκριμένα. Να απαντηθεί πώς, πότε και με ποιες εισηγήσεις πήρε την κυπριακή υπηκοότητα. Η Κύπρος δεν μπορεί να παριστάνει ότι κάθε φορά εκπλήσσεται. Όταν πουλάς κύρος για χρήμα, στο τέλος δεν σου μένει ούτε το κύρος ούτε η δικαιολογία.