Του Πατριάρχη
Υπάρχουν στιγμές που οι θεσμοί δεν πλήττονται από τους εχθρούς τους, αλλά από τους ίδιους τους υπηρέτες τους. Η υπόθεση της απονομής προεδρικής χάρης στον Χαράλαμπο Χρυσάνθου, γνωστό ως «Χάμπουργκερ» είναι μια τέτοια περίπτωση.
Ο Χρυσάνθου δεν είναι ένας ασήμαντος παραβάτης, καθώς κουβαλάει στις πλάτες του βαρύτατες καταδίκες, για απόπειρες ανθρωποκτονίας, βιασμό, σοβαρές σωματικές βλάβες κλπ. Ο πόνος που είχε προκαλέσει δεν ήταν αφηρημένος. Έχει ζωές που άφησε πίσω του τραυματισμένες και όμως, στα μουλωχτά, αποφυλακίστηκε. Έλαβε φύλλο πορείας για το εξωτερικό, (ίσως και για τα κατεχόμενα), ενώ, ως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, εφοδιάστηκε και με κάποιο γενναιόδωρο χρηματικό ποσό για τα «πρώτα έξοδά» του. Χρήματα φορολογουμένων, εικάζω ή μάλλον είμαι σίγουρος.
Η απονομή προεδρικής χάρης δεν είναι μια αυθαίρετη πράξη. Απαιτεί εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία συνοδεύεται από τη σύμφωνη γνώμη του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Πρόκειται, δηλαδή, για μια διαδικασία με συλλογική νομική κάλυψη και προεδρική έγκριση. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε τι υπέγραφε ο Νίκος Χριστοδουλίδης, ο Γιώργος Σαββίδης και ο Σάββας Αγγελίδης.
Η ερώτηση λοιπόν είναι απλή. Γιατί; Η απάντηση είναι η γνωστή, η ασφαλής και αδιαπέραστη. «Λόγοι δημοσίου συμφέροντος». Μια φράση που χρησιμεύει ακριβώς επειδή δεν λέει τίποτα ή μάλλον επειδή κρύβει τα πάντα.
Αν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, ίσως θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει σε σφάλμα κρίσης. Δεν είναι όμως γιατί με την ίδια επίκληση του «δημοσίου συμφέροντος», και άλλοι εγκληματίες αποφυλακίστηκαν πρόωρα και με την ίδια αιτιολογία, άλλοι δεν διώχθηκαν καν. Έτσι έχει διαμορφωθεί μια εικόνα «δικαιοσύνης» δύο ταχυτήτων. Μια για τον κοινό θνητό που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη, και μια άλλη, αόρατη, ανεξήγητη και αδιαφανής, για εκείνους που κάποιοι κρίνουν σκόπιμο πως πρέπει να απαλλαγούν.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν πράγματι υπάρχουν νόμιμοι και σοβαροί λόγοι πίσω από κάθε τέτοια απόφαση. Δεν αποκλείω ότι μπορεί να υπάρχουν. Αλλά ακριβώς εδώ έγκειται το πρόβλημα. Σε ένα δημοκρατικό κράτος, η εξουσία δεν αρκεί να ασκείται σωστά, πρέπει να φαίνεται ότι ασκείται σωστά. Η αδιαφάνεια δεν είναι ουδέτερη, γιατί τρέφει δικαίως την δυσπιστία.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει και το πολιτικό στοιχείο, που δεν μπορεί να μην επισημανθεί. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βάζει την υπογραφή του. Η εκτελεστική ευθύνη είναι δική του και δεν κρύβεται πίσω από γνωμοδοτήσεις και εισηγήσεις, γιατί η προεδρική χάρη είναι… προεδρική. Οφείλει, λοιπόν, ο ίδιος να δώσει εξηγήσεις, όχι μέσω εκπροσώπων, όχι με γενικόλογες αναφορές σε «νομικές διαδικασίες», αλλά με δημόσια λογοδοσία απέναντι στους πολίτες που εκπροσωπεί.
Όσο η σιωπή παραμένει, το κόστος δεν το πληρώνει μόνο ο Πρόεδρος ή ο Γενικός Εισαγγελέας. Το πληρώνουν οι ίδιοι οι θεσμοί και οι ήδη καταρρακωμένοι θεσμοί, όταν χάσουν την αξιοπιστία τους, δεν την ανακτούν εύκολα.
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να αγανακτούν, έχουν δικαίωμα να απαιτούν εξηγήσεις και έχουν δικαίωμα να απαξιώνουν θεσμούς που τους μεταχειρίζονται ως ανίκανους να κατανοήσουν ή ως ανάξιους λόγου. Η απαξίωση δεν είναι πάντα αδικαιολόγητη. Μερικές φορές είναι η μόνη λογική απάντηση σε μια εξουσία που επιλέγει να μην εξηγείται.
Ο Γενικός Εισαγγελέας, αντί να ενισχύσει έναν ήδη φθαρμένο θεσμό, δίνει την εντύπωση ότι επιλέγει να τον φθείρει περισσότερο και να παρασύρει μαζί του τον Πρόεδρο.Κάποτε αυτές οι επιλογές έχουν τίμημα.

























