Μια κυβέρνηση, δύο υπουργοί και δύο αφηγήματα για τον GSI

Του Πατριάρχη

Υπάρχει μια ιδιαίτερη μορφή πολιτικής τέχνης που την κατέχουν λίγοι. Να υποστηρίζεις ένα έργο και να το υπονομεύεις ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να θεωρείται αντίφαση αλλά «διαφορετική οπτική εντός της ίδιας κυβέρνησης»! Η κυβέρνηση, τους τελευταίους μήνες, έχει δημιουργήσει ένα εγχειρίδιο επίδειξης αυτής ακριβώς της τέχνης, με πρωταγωνιστή τον Υπουργό Οικονομικών, Μάκη Κεραυνό και σε δεύτερο ρόλο τον Υπουργό Ενέργειας, Μιχάλη Δαμιανό.

Από τον Σεπτέμβριο του 2025 μέχρι σήμερα, ο Μάκης Κεραυνός επαναλαμβάνει, με αξιοσημείωτη συνέπεια, ότι το GSI «δεν είναι βιώσιμος με τους συγκεκριμένους όρους». Επικαλείται δύο μελέτες από ανεξάρτητους οργανισμούς (τις οποίες δεν είδαμε ποτέ), μιλάει για «δημοσιονομικό κίνδυνο» και αμφισβητεί ακόμη και την εκταμίευση των €25 εκατομμυρίων που είχε ήδη εγκρίνει η ΡΑΕΚ. Η γραμμή του είναι σταθερή πως το έργο, όπως έχει σχεδιαστεί σήμερα, δεν στέκει οικονομικά.

Στον αντίποδα, ο Υπουργός Ενέργειας υπογράφει, μαζί με τον ομόλογό του της Ελλάδας, Σταύρο Παπασταύρου, κοινή επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ζητώντας χρηματοδότηση του έργου, ταξιδεύει στην Ουάσιγκτον, συναντά τον Αμερικανό Υπουργό Ενέργειας, και επιστρέφει με το μήνυμα ότι ο GSI έχει τη στήριξη των ΗΠΑ και αποτελεί «την αφετηρία και για τον IMEC», τον οικονομικό διάδρομο που η Ουάσιγκτον θεωρεί στρατηγικής σημασίας. Η γραμμή του Δαμιανού είναι εξίσου σταθερή, απλώς αντίθετη και συμπυκνώνεται στο μήνυμα πως προχωράμε, με στήριξη και χωρίς καθυστερήσεις.
Το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι ποιος έχει δίκιο. Είναι πώς οι δύο αυτές γραμμές συνυπάρχουν στην ίδια κυβέρνηση χωρίς κάποιος να νιώσει την ανάγκη να τις συμφιλιώσει δημόσια.

Το πρόβλημα είναι πως αυτά δεν μένουν «μεταξύ μας». Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Ελλάδας δήλωσε ανοιχτά ότι οι τοποθετήσεις Κεραυνού «στέλνουν ένα αμφίσημο μήνυμα» και «δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στην Αθήνα αρνήθηκε να «απολογηθεί» εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης για κάτι που δεν είπε η ίδια, ενώ πηγές του ελληνικού Υπουργείου Ενέργειας μίλησαν ανοιχτά για «διγλωσσία και αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα», όρος που θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί και για την ίδια την κυπριακή κυβέρνηση, χωρίς να χρειαστεί καν επεξήγηση.

Εν ολίγοις, έχουμε μια σπάνια περίπτωση όπου η σύγχυση για το ποια είναι η επίσημη θέση της Λευκωσίας δεν προέκυψε από κακόβουλη παρερμηνεία τρίτων, αλλά διατυπώθηκε ευθέως από τον ίδιο τον εταίρο του έργου.
Είναι αντιληπτό πως ο ρόλος ενός Υπουργού Οικονομικών δεν είναι να χειροκροτεί κάθε μεγαλόπνοο έργο που περνάει από το γραφείο του. Είναι, ακριβώς το αντίθετο, να ρωτάει αν βγαίνουν οι αριθμοί. Αν όντως υπάρχουν σοβαρές μελέτες που εγείρουν ερωτηματικά για τη βιωσιμότητα ενός έργου €1,9 δισεκατομμυρίων, ο Μάκης Κεραυνός όχι μόνο έχει το δικαίωμα αλλά και το καθήκον να τα θέσει επί τάπητος. Αυτή είναι η δουλειά του, και δεν πρέπει να συγχέεται με σαμποτάζ.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Υπουργός Οικονομικών εξέφρασε ανησυχίες. Το πρόβλημα είναι η διάρκεια, η επανάληψη και η απουσία επίλυσης του προβλήματος.

Το ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι ποια είναι, τελικά, η θέση της κυβέρνησης για τον GSI; Αν η επίσημη γραμμή είναι αυτή του Μ. Δαμιανού, τότε γιατί ο Υπουργός Οικονομικών συνεχίζει, μήνες μετά, να μιλά για μη βιωσιμότητα σε κάθε τοποθέτηση του; Κι αν, αντίστροφα, οι ανησυχίες Κεραυνού αντανακλούν κάτι ουσιαστικό που ανησυχεί ολόκληρη την κυβέρνηση, γιατί ο Υπουργός Ενέργειας συνεχίζει να υπογράφει επιστολές διεθνούς χρηματοδότησης σαν να μην υπάρχει κανένα ζήτημα;

Δεν μπορούν να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα δίχως κόστος. Και το κόστος δεν το πληρώνει μόνο η εικόνα της Κύπρου στο εξωτερικό, το πληρώνει και η ίδια η διαπραγματευτική θέση της χώρας. Όταν οι υπόλοιποι που συμμετέχουν στο έργο δεν ξέρουν ποιον υπουργό να πιστέψουν, το πρόβλημα δεν είναι πια επικοινωνιακό, αλλά θεσμικό.

Η κυβέρνηση δεν χρειάζεται ομοφωνία για βιτρίνα, ούτε υπουργούς που μιλούν με την ίδια γλώσσα. Χρειάζεται, όμως, μια στοιχειώδη συνεννόηση ώστε η φωνή της Κύπρου, όταν μιλά για ένα έργο εθνικής και ευρωπαϊκής σημασίας, να μην ακούγεται σαν διάλογος κωφών ανάμεσα σε δύο υπουργεία της ίδιας κυβέρνησης.