Του Πατριάρχη
Η φράση «στρατηγική αυτονομία» επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια με τέτοια συχνότητα που κινδυνεύει να καταντήσει σχεδόν σύνθημα. Πίσω από αυτή την έννοια, όμως, κρύβεται ίσως η πιο σοβαρή συζήτηση που έχει ανοίξει η ΕΕ από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Μιλάμε για την ικανότητα της Ευρώπης να αποφασίζει και να ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τρίτους, είτε πρόκειται για την ασφάλεια, είτε για την ενέργεια, είτε για την τεχνολογία και την οικονομία.
Η αφετηρία δεν είναι ιδεολογική αλλά ωμά ρεαλιστική. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η επιθετική στάση της Ρωσίας, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η αβέβαιη πορεία της αμερικανικής πολιτικής, υπενθύμισαν στην Ευρώπη κάτι που για χρόνια έκανε πως δεν βλέπει. Δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ άπειρον σε άλλους για την ασφάλειά της. Η ομπρέλα των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν και παραμένει καθοριστική, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι θα ανοίγει πάντα με τους ίδιους όρους.
Η στρατηγική αυτονομία λοιπόν δεν σημαίνει αποκοπή από το ΝΑΤΟ ούτε ρήξη με τη Δύση. Σημαίνει ενίσχυση της ευρωπαϊκής ικανότητας μέσα στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η Ευρώπη πλέον καλείται να γίνει σοβαρός παίκτης και όχι πελάτης και θεατής στη κερκίδα. Οφείλει να αποκτήσει δική της αμυντική βιομηχανία, κοινές δυνατότητες αντίδρασης, επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές και τεχνολογίες και να μην εξαρτάται ενεργειακά από αυταρχικά καθεστώτα τύπου Ρωσίας και Ιράν ούτε τεχνολογικά από τρίτες δυνάμεις που χρησιμοποιούν την εξάρτηση ως εργαλείο πίεσης.
Η πορεία που χαράσσει πλέον η ΕΕ έχει ιδιαιτερο ενδιαφέρον για την Κύπρο και την Ελλάδα. Για χρόνια, οι δύο χώρες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των ευρωπαϊκών συνόρων χωρίς να έχουν πάντοτε την αντίστοιχη στήριξη. Η στρατηγική αυτονομία αλλάζει αυτό το πλαίσιο καθώς αναγνωρίζει ότι τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης δεν είναι πλέον μια θεωρητική γραμμή αλλά χώρος με γεωπολιτικό βάρος και βάθος.
Για την Κύπρο, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αφού είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ που αντιμετωπίζει κατοχή έχοντας απέναντι μια Τουρκία που επιμένει σε αναθεωρητισμό και πολιτικές επίδειξης ισχύος. Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, αν αποκτήσει ουσία, σημαίνει ότι η Ένωση δεν θα περιορίζεται σε δηλώσεις αλλά θα διαθέτει εργαλεία αποτροπής και στήριξης. Σημαίνει ότι η ασφάλεια της Κύπρου παύει να είναι περιφερειακό ζήτημα και εντάσσεται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Για την Ελλάδα, τα δεδομένα είναι εξίσου κρίσιμα. Η γεωγραφική θέση, οι εντάσεις στο Αιγαίο και η διαρκής ανάγκη ισορροπίας με την Τουρκία καθιστούν την ευρωπαϊκή στήριξη όχι απλώς επιθυμητή αλλά αναγκαία. Μια Ευρώπη με στρατηγική αυτονομία μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος για την Αθήνα, ενισχύοντας την αποτρεπτική της ικανότητα και θωρακίζοντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Η στρατηγική αυτονομία όμως κοστίζει. Απαιτεί πολιτική βούληση, κοινές αποφάσεις και κυρίως χρήματα. Σε αυτό το πεδίο η Ευρώπη δείχνει συχνά τις γνωστές της αδυναμίες, με διαφωνίες, καθυστερήσεις και εθνικούς υπολογισμούς που φρενάρουν την κοινή πορεία. Η συζήτηση είναι εύκολη και η υλοποίηση είναι το δύσκολο κομμάτι.
Η άτυπη σύνοδος κορυφής στην Κύπρο είχε αξία γιατί έφερε αυτή τη συζήτηση στο προσκήνιο με τρόπο πιο άμεσο. Όταν η Ευρώπη συζητά για την ασφάλειά της από τη Λευκωσία, το μήνυμα δεν είναι μόνο συμβολικό, αλλά αποτελεί υπενθύμιση ότι η γεωγραφία δεν αλλάζει και ότι οι προκλήσεις δεν λύνονται με οράματα και ευχές.
Το ερώτημα που μένει είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μετατρέψει τη στρατηγική αυτονομία σε συγκεκριμένη πολιτική ή αν θα την αφήσει να αιωρείται ως μια ακόμη φιλοδοξία.

























