Ελλείψεις, καθυστερήσεις, λάθη σε αξιολόγηση κινδύνων στο Τμήμα Φορολογίας

Στη δημοσιότητα η Ειδική Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας με θέμα «Έλεγχος Τμήματος Φορολογίας»

Στο σημείωμά του ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, αναφέρει ότι η αποτελεσματική είσπραξη των φόρων δεν αφορά μόνο τα δημόσια έσοδα. Αφορά στη δικαιοσύνη και την αρχή της ίσης μεταχείρισης πολιτών και επιχειρήσεων που συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους, αλλά και την καλλιέργεια αισθήματος εμπιστοσύνης ότι το κράτος διαθέτει τους μηχανισμούς για να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή.

Τονίζει ότι τα πρώτα αποτελέσματα της νεοσυστασθείσας Παγκύπριας Μονάδας Ελέγχων ΦΠΑ είναι αρκετά ενθαρρυντικά καταδεικνύοντας ότι η απόφαση του Εφόρου να δημιουργήσει τη Μονάδα ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για εξειδικευμένους ελέγχους οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προστασία των δημοσίων εσόδων.

Βέβαια, η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος φορολογικών ελέγχων δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το ύψος των φόρων που βεβαιώνονται.

Επίσης επιβάλλεται οι διαθέσιμοι (ελεγκτικοί) πόροι να κατανέμονται στη βάση τεκμηριωμένης αξιολόγησης κινδύνου, καλύπτοντας το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας και όχι μόνο τομείς που βρίσκονται ήδη υπό συστηματική παρακολούθηση καθώς επίσης και τον εντοπισμό αδήλωτης οικονομικής δραστηριότητας και προσώπων που παραμένουν εκτός του φορολογικού συστήματος.

Πέραν της ΠΜΕ, τα ευρήματα της παρούσας Έκθεσης καταδεικνύουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, παρά τη διενέργεια ελέγχων από το Τμήμα Φορολογίας και τις σοβαρές ενδείξεις φορολογικού κινδύνου, δεν φαίνεται αυτές να αξιολογήθηκαν με τη δέουσα βαρύτητα ή να έτυχαν της απαιτούμενης διερεύνησης.

Παράλληλα, εντοπίστηκαν περιπτώσεις σημαντικών καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση των ελέγχων, καθώς και ελλείψεις σε σαφείς και επαρκώς τεκμηριωμένες διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές, γεγονός που φαίνεται να επηρέασε την ομοιόμορφη και συνεπή αντιμετώπιση παρόμοιων φορολογικών θεμάτων.

Σε ένα σύγχρονο φορολογικό περιβάλλον με τη χρήση των απαραίτητων εργαλείων, τέτοιου είδους ενδείξεις πρέπει να ενεργοποιούν άμεσα τα αντανακλαστικά της διοίκησης.

Η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης προυποθέτει μια ολιστική και διαρκώς εξελισσόμενη προσέγγιση στη διαχείριση των φορολογικών κινδύνων, με έμφαση στην έγκαιρη αναγνώριση και αποτελεσματική αντιμετώπισή τους, καταλήγει.

Σύμφωνα με την ΕΥ, η έκθεση αφορά σε ελέγχους που διενήργησε η Ελεγκτική Υπηρεσία στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού, στον Κλάδο Μεγάλων Φορολογουμένων Λεμεσού και στην Παγκύπρια Μονάδα Ελέγχου (ΠΜΕ) ΦΠΑ.

Όπως αναφέρεται, το αντικείμενο του ελέγχου από τυχαίο δείγμα φορολογικών φακέλων εστιάστηκε σε θέματα έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ) και στους σχετικούς ελέγχους που διενεργεί το Τμήμα Φορολογίας, καθώς και στην επισκόπηση των κύριων εργασιών και αποτελεσμάτων της ΠΜΕ ΦΠΑ.

Προστίθεται ότι σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίθηκε αναγκαίο η ΕΥ επεκτάθηκε και σε θέματα άμεσης φορολογίας, ενώ για τη διεξαγωγή του ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία που λήφθηκαν από το Τμήμα Φορολογίας, τα μηχανογραφικά συστήματά του και την ιστοσελίδα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΤΕΕΔΙ).

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι η Παγκύπρια Μονάδα Ελέγχων (ΠΜΕ) ΦΠΑ το 2024 διενήργησε 175 ελέγχους, εκ των οποίων οι 112 (64%) οδήγησαν σε βεβαίωση φορολογίας περίπου €10εκ., ενώ ο συνολικός αριθμός των ελέγχων που διενεργήθηκαν παγκύπρια κατά το ίδιο έτος, ανερχόταν σε 3.609 από τους οποίους βεβαιώθηκε ΦΠΑ περίπου €30εκ.

Προστίθεται ότι, ως εκ τούτου, οι έλεγχοι της ΠΜΕ που αντιπροσωπεύουν το 5% των συνολικών ελέγχων σε αριθμό, κατέληξαν σε βεβαίωση ΦΠΑ του 33% του συνολικού βεβαιωμένου ΦΠΑ από τους ελέγχους, ενώ επιπλέον, και παρά το γεγονός ότι οι έλεγχοι της ΠΜΕ κάλυψαν μόλις το 0,07% των 261.077 εγγεγραμμένων προσώπων στο ΦΠΑ, τα αποτελέσματα τους ήταν ιδιαίτερα σημαντικά.

Ακολούθως, η ΕΥ αναφέρεται στην απόφαση του Εφόρου Φορολογίας να συστήσει την ΠΜΕ ως μια στοχευμένη κίνηση ώστε να υπάρξει περισσότερη εξειδίκευση και πιο αποτελεσματική διαχείριση περιπτώσεων υψηλότερου κινδύνου, προσθέτοντας ότι από τα αρχικά στάδια λειτουργίας της ΠΜΕ φαίνεται να ήταν μια επιβεβλημένη κίνηση η οποία αν λειτουργήσει ορθά θα μεγιστοποιήσει τα έσοδα του κράτους από βεβαιώσεις σε σχέση με τον αριθμό των ελέγχων που θα διεξάγονται.

«Από τον έλεγχο μας, και παρά την γενικότερη επιτυχή λειτουργία της ΠΜΕ, εντοπίστηκε ότι η επιλογή των ελέγχων της ΠΜΕ για το 2024 εστιάστηκε κυρίως σε υποκείμενα σε φόρο πρόσωπα (υφπ) που δραστηριοποιούνται στην οικοδομική βιομηχανία και σε συμβουλευτικές υπηρεσίες, χωρίς να τεκμηριώνεται ο τρόπος επιλογής τους. Θεωρούμε ότι η επιλογή, κατά κανόνα, θα έπρεπε να ήταν στοχευμένη και βασισμένη σε συγκεκριμένα κριτήρια αλλά να υπάρχει και η ευχέρεια εξέτασης θεμάτων ανάλογα της σημαντικότητας τους και των συνθηκών», συνεχίζει η ΕΥ.

Προσθέτει ότι επιπλέον η ΠΜΕ δεν διαθέτει ετήσιο πρόγραμμα ελέγχων ενώ, φαίνεται να επιβαρύνεται κατά καιρούς και με άλλα καθήκοντα, γεγονός που δυσχεραίνει την αποτελεσματική εκτέλεση των εργασιών της.

«Κατά την άποψή μας, η ΠΜΕ φαίνεται να έχει τη δυναμική να συνεισφέρει ουσιαστικά στους σκοπούς του Τμήματος Φορολογίας, οπότε και θα πρέπει να επικεντρωθεί στο έργο της και να της δοθούν τα απαραίτητα εφόδια και εργαλεία για να διενεργεί τις εργασίες της απερίσπαστα και αποτελεσματικά», επισημαίνει σχετικά.

Η ΕΥ εισηγείται την ουσιαστική αναδιοργάνωση του τρόπου διενέργειας ελέγχων ΦΠΑ, με κατάρτιση ετήσιου προγράμματος βάσει τεκμηριωμένων κριτηρίων κινδύνου και ενίσχυση των επιτόπιων ελέγχων.

Προσθέτει ότι το Τμήμα Φορολογίας θα πρέπει να προχωρήσει σε στοχευμένη επανεξέταση των υποθέσεων υψηλού δημοσιονομικού κινδύνου, ιδίως όπου παρατηρούνται ενδοκοινοτικές συναλλαγές, ειδικά καθεστώτα ή σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας, και να αξιοποιεί τις πρόνοιες της νομοθεσίας για επέκταση της περιόδου ελέγχου όπου συντρέχουν λόγοι δόλου ή εσκεμμένων παραλείψεων.

Συμπληρώνει ότι, παράλληλα, απαιτείται έκδοση ενιαίων κατευθυντήριων οδηγιών για ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας, ενίσχυση της συνεργασίας με την Κεντρική Τράπεζα και άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και καθιέρωση μηχανισμών διασταύρωσης δεδομένων από τα συστήματα TFA και ΤΕΕΔΙ.

Επίσης, συνιστά την άμεση διερεύνηση ευθυνών όπου υποβλήθηκαν ανακριβείς δηλώσεις ή δεν προσκομίστηκαν υποχρεωτικά στοιχεία, καθώς και η θέσπιση διαδικασιών έγκαιρης ενημέρωσης μεταξύ Κλάδων του Τμήματος. «Η υλοποίηση των πιο πάνω μέτρων κρίνεται αναγκαία για ενίσχυση των διαδικασιών ελέγχου και την αποτελεσματική προστασία των δημοσίων εσόδων», αναφέρεται στην έκθεση.