Ποιος θα πείσει πια για την εντιμότητα τους;

Του Πατριάρχη

Το πιο σοβαρό στοιχείο στο πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν είναι μόνο τα ονόματα, ούτε οι πολιτικές προεκτάσεις, ούτε καν η εμπλοκή ενός Ρώσου ολιγάρχη σε μια χώρα που για χρόνια νόμιζε πως η λέξη «επενδυτής» αγιάζει (και αγοράζει) τα πάντα. Το πιο ανησυχητικό είναι η σκιά που πέφτει πάνω σε δύο θεσμούς από τους οποίους ο πολίτης περιμένει προστασία. Την Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη.

Η Αρχή καταγράφει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και όχι ως ποινική καταδίκη, ενδείξεις για υποθέσεις που αγγίζουν δικαστική λειτουργία, νομικούς χειρισμούς, αστυνομικές ενέργειες και κρατικούς αξιωματούχους. Στη λίστα των υπόπτων της ανακοίνωσης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, πρώην Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας, δικηγορική εταιρεία και πρόσωπα που συνδέονται με την υπόθεση Ριμπολόβλεφ. Για τον πρώην Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας καταγράφονται ενδεχόμενα αδικήματα όπως δεκασμός δημόσιου λειτουργού, συναλλαγές που υποδηλώνουν διαφθορά και αθέμιτη κτήση περιουσιακού οφέλους, ενώ για ανώτερο αξιωματικό της Αστυνομίας αναφέρεται ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας.

Αυτά δεν είναι ψιλά γράμματα. Είναι το σημείο όπου ο απλός πολίτης σταματά να βλέπει το κράτος ως καταφύγιο και αρχίζει να το βλέπει ως πιθανό αντίπαλο. Όταν υπάρχει υπόνοια ότι μια καταγγελία στην Αστυνομία μπορεί να χρησιμοποιήθηκε για να ασκηθεί πίεση σε άνθρωπο σε ιδιωτική διαφορά δισεκατομμυριούχων, τότε το πρόβλημα περνά από το επίπεδο της διαφθοράς στο επίπεδο της θεσμικής αναπηρίας. Η Αρχή αναφέρει ότι το παράπονο εναντίον της Ελένα Ριμπολόβλεβα υποβλήθηκε στο πλαίσιο σύλληψής της, ώστε να της ασκηθεί πίεση για τη διευθέτηση των οικονομικών όρων του διαζυγίου της με τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ.

Το πρόβλημα δεν εξαντλείται στη συγκεκριμένη υπόθεση. Η κυπριακή κοινωνία έχει ακούσει πολλές φορές ιστορίες για υποθέσεις που χειρίστηκαν περίεργα η Αστυνομία, η Νομική Υπηρεσία ή τα Δικαστήρια. Άλλοτε έμεναν στο επίπεδο της υποψίας, άλλοτε της φημολογίας, άλλοτε της κουβέντας του καφενείου, που ως γνωστόν στην Κύπρο λειτουργεί περίπου ως παράλληλο υπουργικό συμβούλιο, με λιγότερα πρακτικά και περισσότερη αλήθεια. Τώρα όμως έχουμε ένα θεσμικό κείμενο που υποχρεώνει το κράτος να κοιτάξει εκεί που δεν ήθελε.

Η πιο επικίνδυνη μορφή αδικίας δεν είναι η αργή Δικαιοσύνη, είναι η Δικαιοσύνη που μπορεί να γίνει εργαλείο. Είναι η Αστυνομία που αντί να ερευνά, διευκολύνει, είναι ο δημόσιος λειτουργός που αντί να φυλάει την πόρτα, την ανοίγει στον ισχυρό. Είναι η νομική ευρηματικότητα που μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης και είναι η σιωπή όσων γνωρίζουν, επειδή όλοι φοβούνται όλους, εκτός από τον πολίτη που τελικά πληρώνει τον λογαριασμό.

Η κάθαρση δεν μπορεί να γίνει με ανακοινώσεις για πλήρη διερεύνηση και θεσμική σοβαρότητα, λέξεις που στην Κύπρο έχουν κακοποιηθεί περισσότερο και από την επίκληση του «δημόσιου συμφέροντος» για να συγκαλυφθούν ακόμα και εγκλήματα. Χρειάζεται ανεξάρτητη ποινική έρευνα, πλήρης απομάκρυνση κάθε σκιάς σύγκρουσης συμφέροντος και πραγματική απονομή δικαιοσύνης, όχι μόνο για να τιμωρηθούν όσοι τυχόν ευθύνονται, αλλά για να σταλεί μήνυμα πως ο πολίτης δεν είναι αναλώσιμο υλικό σε σχέδια, οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά, ισχυρών ανθρώπων.

Αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην Αστυνομία, στη Νομική Υπηρεσία και στα Δικαστήρια, κάθε άλλη συζήτηση για κράτος δικαίου θα μοιάζει με επίσημη τελετή πάνω σε σαπισμένο πάτωμα. Μπορεί να υπάρχουν σημαίες, λόγοι και χειροκροτήματα, αλλά από κάτω θα τρίζει ολόκληρο το οικοδόμημα.