Του Πατριάρχη
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, που έχει χαρακτηριστεί ηγέτης της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, εκτίει ποινή για καταδίκη σε 17 ισόβια. Όχι ένα, αλλά 17, για δεκαεπτά ανθρώπους που δεν θα ξαναδούν τα παιδιά τους, τους γονείς τους, τα γενέθλιά τους… Και όμως, η μεγάλη πολιτική συζήτηση αυτή την εβδομάδα στην Ελλάδα, δεν είναι αυτό. Είναι ότι ο άνθρωπος που καταδικάστηκε γι’ αυτό επέστρεψε στη φυλακή έπειτα από 24 χρόνια, αντί να συνεχίσει να ζει ελεύθερος στο σπίτι του στον Βύρωνα.
Ας είμαστε ακριβείς, παρά το ότι η ακρίβεια φαίνεται να ενοχλεί κάποιους. Ο Γιωτόπουλος αποφυλακίστηκε υπό όρους από το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, παρά την αρνητική εισήγηση του ίδιου του εισαγγελέα. Ο Νόμος 4855/2021 είναι ξεκάθαρος και προβλέπει πως όσοι εκτίουν ποινές πολλαπλών ισοβίων χρειάζονται 25 χρόνια πραγματικής έκτισης ποινής για να απολυθούν υπό όρους. Ο Γιωτόπουλος είχε συμπληρώσει 24. Όχι 25, όχι «σχεδόν το ίδιο», αλλά 24. Ο Άρειος Πάγος δεν εφηύρε τον Νόμο, αλλά διόρθωσε μια απόφαση που τον παραβίασε. Αυτό δεν είναι πολιτική παρέμβαση. Είναι η Δικαιοσύνη να κάνει αυτό για το οποίο υπάρχει. Δηλαδή να εφαρμόζει τον Νόμο όπως είναι γραμμένος και όχι όπως θα ήθελε κάποιο δικαστικό συμβούλιο να ήταν.
Και όμως, η αφήγηση που κυριάρχησε δεν είναι ότι «εφαρμόστηκε ο Νόμος», αλλά πως δήθεν «υποτάχθηκε η Ελλάδα στις ΗΠΑ». Είναι μια βολική μετατόπιση της ουσίας. Αντί να εξηγήσουν γιατί θεωρούν δίκαιο να κυκλοφορεί ελεύθερος ο αρχηγός μιας οργάνωσης που δολοφόνησε 17 ανθρώπους, προτιμούν να μιλήσουν πάλι για ιμπεριαλισμό, για ανεξαρτησία της χώρας, για «λευτεριά στην παλαιστίνη»… για οτιδήποτε άλλο εκτός από το προφανές.
Ο Νόμος λέει 25 χρόνια και αυτός είχε κάνει 24 και μάλιστα με τις άδεις και τις εξόδους του και στα 82 του, να χαίρει άκρας υγείας. Το αν το State Department εξέδωσε ανακοίνωση δεν αλλάζει τον αριθμό. Όποιος χρειάζεται την αμερικανική παρέμβαση για να δικαιολογήσει την οργή του για μια σωστή νομική διόρθωση, ομολογεί ότι δεν έχει επιχείρημα επί της ουσίας.
Ακούσαμε επίσης από την βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Έλενα Ακρίτα, ότι η επιστροφή του στη φυλακή είναι «ήττα της Δημοκρατίας». Κάτι μπερδεύει η Έλενα Ακρίτα. Ήττα της Δημοκρατίας καταγράφηκε όταν δολοφονήθηκαν περαστικοί όπως ο Θάνος Αξαρλιάν, βουλευτές όπως ο Παύλος Μπακογιάννης, εκδότες, διπλωμάτες, επιχειρηματίες, αστυνομικοί και άνθρωποι που «δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν», από μια οργάνωση που αποφάσιζε μόνη της ποιος αξίζει να ζήσει. Η Δημοκρατία δεν χάνει όταν ένας καταδικασμένος γι’ αυτά τα εγκλήματα επιστρέφει στη φυλακή επειδή δεν είχε εκτίσει το ελάχιστο που προβλέπει ο νόμος. Όποιος αντιστρέφει αυτή την εξίσωση δεν υπερασπίζεται θεσμούς, αλλά υπερασπίζεται έναν δολοφόνο και μια τρομοκρατική οργάνωση.
Υπάρχει και η πιο «ευγενική» εκδοχή της ίδιας στάσης. Ο Γιωτόπουλος είναι πια ηλικιωμένος, έχει εκτίσει 24 χρόνια, ποιον κίνδυνο αποτελεί πλέον; Είναι ένα επιχείρημα που θα είχε κάποιο νόημα αν δεν υπήρχε Νόμος που λέει συγκεκριμένα πόσα χρόνια χρειάζονται. Υπάρχει και λέει 25 χρόνια. Η συμπόνια προς έναν φυλακισμένο δεν είναι κακό συναίσθημα από μόνη της, αλλά γίνεται πρόβλημα όταν χρησιμοποιείται για να παρακάμψει αυτό που ο ίδιος ο νομοθέτης έχει αποφασίσει ως ελάχιστο όριο για ανθρώπους που σκότωσαν δεκαεπτά φορές. Κανείς δεν ζήτησε αυτή τη συμπόνια στο όνομα των οικογενειών των θυμάτων, που δεν είχαν την επιλογή να γερνάσουν τα δικά τους αγαπημένα πρόσωπα.
Δεν χρειάζεται καμία αμερικανική ανακοίνωση για να καταλάβει κανείς το προφανές, ότι όταν κάποιος έχει καταδικαστεί 17 φορές σε ισόβια, το ελάχιστο που η κοινωνία μπορεί να ζητήσει είναι να εφαρμόζεται ο νόμος μέχρι την τελευταία ημέρα του, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς κανέναν να χρειάζεται να ντρέπεται που το υπερασπίζεται. Όσοι διαμαρτύρονται για την επιστροφή του στη φυλακή δεν υπερασπίζονται τη Δικαιοσύνη, αλλά απλώς την αγνοούν, για χάρη ενός ανθρώπου που ποτέ δεν στάθηκε απέναντι στα θύματά του για να πει έστω μια συγγνώμη ή μια λέξη μετάνοιας.

























