Του Πατριάρχη
Όσοι σπεύδουν να χρακτηρίσουν το σχέδιο των 28 σημείων για την Ουκρανία «ευκαιρία ειρήνης», καλό είναι να κάνουν μια απλή άσκηση φαντασίας. Να βάλουν στη θέση της Ουκρανίας την Κύπρο ή την Ελλάδα. Να φανταστούν ότι κάποιος Τραμπ, σε ρόλο μεσολαβητή, ερχόταν να μας πει πως ο μόνος τρόπος να τελειώσει μια σύγκρουση είναι να νομιμοποιήσουμε όσα πέτυχε (ακόμα και όσα επιθυμεί και δεν πέτυχε) ο επιτιθέμενος με τα όπλα. Θα το αποδεχόμασταν ή θα το θεωρούσαμε ταπεινωτική συνθηκολόγηση;
Η ουσία όσων έχουν γίνει γνωστά για το σχέδιο είναι απλή. Η γραμμή του μετώπου παγώνει, η Ρωσία κρατά τα κατεχόμενα εδάφη και της παραχωρούνται εδάφη που δεν έχει καταλάβει, η Ουκρανία περιορίζει τον στρατό της, μπαίνει σε καθεστώς ελεγχόμενης ασφάλειας και όλοι πανηγυρίζουν ότι τελείωσε ο πόλεμος. Μόνο που σε μια τέτοια εκδοχή τελειώνει ο πόλεμος αλλά δεν αποκαθίσταται η δικαιοσύνη, αφού το Διεθνές Δίκαιο γίνεται κουρελόχαρτο. Η βία ανταμείβεται με γη, επιρροή και ανακούφιση στον Λευκό Οίκο που αναμένει να εξασφαλίσει και οικονομικά κέρδη από την ουκρανική τραγωδία.
Υπάρχει όμως μια ακόμη πιο ανησυχητική διάσταση. Το σχέδιο δεν διαμορφώθηκε με το θύμα της εισβολής στο τραπέζι. Συζητήθηκε ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον εισβολέα, χωρίς ουσιαστική εμπλοκή της ουκρανικής πλευράς και χωρίς γνώση ή συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία στη συνέχεια θα κληθεί να πληρώσει μεγάλο μέρος του οικονομικού κόστους της ανοικοδόμησης και των εγγυήσεων ασφαλείας. Η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί στην άβολη θέση του χρηματοδότη μιας διευθέτησης που δεν αποφάσισε η ίδια και ταυτόχρονα να είναι εκτεθειμένη απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα που θα έχει επιβραβευτεί με εδάφη και ρόλο.
Ας φανταστούμε το αντίστοιχο σενάριο για την Κύπρο. Ένα σχέδιο στο οποίο η Τουρκία αποκτά νόμιμη κυριαρχία στα κατεχόμενα, διατηρεί τον στρατό κατοχής, αποκτά τη νεκρή ζώνη, εξασφαλίζει συμμετοχή στο πρόγραμμα των F-35, διατηρεί τους S-400, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να αποστρατιωτικοποιήσει τις ελεύθερες περιοχές, να δεσμευτεί ότι δεν θα ενισχύσει ποτέ την άμυνά της και να κλείσει οριστικά κάθε αξίωση της. Όλα αυτά στο όνομα της σταθερότητας και ει δυνατόν χωρίς να ρωτηθεί σοβαρά η ίδια. Θα το βαφτίζαμε σχέδιο ειρήνης ή ταφόπλακα της Κυπριακής Δημοκρατίας;
Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα. Φανταστείτε μια γενναία πρωτοβουλία για αποκλιμάκωση στο Αιγαίο. Η Αθήνα να κληθεί να αποσυρθεί από νησιά τα οποία θα παραχωρηθούν στην Τουρκία, να παραχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα σε θαλάσσιες περιοχές, να περιορίσει τον στρατό της και τον εξοπλισμό της και να υποσχεθεί ότι δεν θα προχωρήσει ξανά σε ενεργειακούς σχεδιασμούς χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας. Με αντάλλαγμα να μειωθούν οι παραβιάσεις και οι υπερπτήσεις. Θα το λέγαμε ιστορικό συμβιβασμό ή συνθηκολόγηση με υπογραφή;
Αν σε όλα αυτά η απάντηση είναι ένα καθαρό όχι, τότε είναι τουλάχιστον υποκριτικό να θεωρούμε πως ο ουκρανικός λαός οφείλει να κάνει αυτό που εμείς δεν θα δεχόμασταν ποτέ για τα δικά μας εδάφη. Η Κύπρος και η Ελλάδα γνωρίζουν τι σημαίνει αναθεωρητισμός, εισβολή, κατοχή. Ζουν δεκαετίες με ανοιχτές πληγές λόγω της τουρκικής πολιτικής. Αν κάτι διδάσκει αυτή η εμπειρία είναι πως όταν νομιμοποιείς το αποτέλεσμα της βίας δεν εξασφαλίζεις ειρήνη, απλώς μεταθέτεις τη σύγκρουση στο μέλλον.
Σε αυτή τη συζήτηση η Δύση και ιδιαίτερα η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από τεχνικούς όρους και διπλωματικά σχήματα. Είτε υπερασπίζονται το διεθνές δίκαιο παντού είτε ανοίγουν την πόρτα για να γίνει η ισχύς κριτήριο δικαίου. Η συζήτηση για την Ουκρανία δεν είναι θεωρητική. Αφορά άμεσα την Κύπρο, την Ελλάδα και ολόκληρη την Ευρώπη. Αν σήμερα θεωρήσουμε λογικό να κλείσει ένας πόλεμος με δώρο εδαφών στον επιτιθέμενο, αύριο δεν θα έχουμε επιχειρήματα όταν κάποιος θα ζητήσει να γίνει το ίδιο στο δικό μας σπίτι. Η αληθινή ειρήνη δεν χτίζεται πάνω στην επιβράβευση της εισβολής, αλλά πάνω στην αποκατάσταση του δικαίου. Αν το ξεχάσουμε αυτό για την Ουκρανία, κινδυνεύουμε να το πληρώσουμε ξανά στην Κύπρο και στο Αιγαίο.

























