Αυτή κι αν είναι επανάσταση. Ο Ορτέγκα καταργεί τις εκλογές στη Νικαράγουα

Του Πατριάρχη

Ο Ντανιέλ Ορτέγκα το είπε χωρίς περιστροφές. Δεν θα γίνουν άλλες εκλογές στη Νικαράγουα. Όχι νοθευμένες, όχι στημένες, όχι εκλογές παρωδία με έναν υποψήφιο και δέκα κρατούμενους αντιπάλους. Καμία ψηφοφορία, τελεία και παύλα. Η δικαιολογία; Ότι οι εκλογές, λέει, είναι εργαλείο των «Γιάνκηδων» για να ανακτήσουν την εξουσία. Δηλαδή, ο λαός δεν μπορεί να αποφασίσει, επειδή μπορεί να αποφασίσει λάθος. Το «λάθος», στη γλώσσα κάθε δικτατορίας, είναι πάντα το ίδιο πράγμα. Να διαφωνήσει με τον ηγέτη.

Ο Ορτέγκα κυβερνά αδιάκοπα από το 2007, έχοντας ήδη μια προηγούμενη θητεία τη δεκαετία του ’80. Πέρυσι έκανε και το επόμενο «λογικό βήμα» για κάθε καθεστώς που θέλει να έχει συνέχεια και διόρισε τη σύζυγό του, Ροζάριο Μουρίγιο, «συμπρόεδρο», επέκτεινε τη θητεία στα έξι χρόνια και έβαλε το ζευγάρι να ελέγχει τον στρατό και τη δικαιοσύνη. Ο ΟΗΕ έχει καταγγείλει τη μετατροπή της χώρας σε αυταρχικό κράτος, ενώ το 2018, η καταστολή διαδηλώσεων άφησε πίσω περισσότερους από 300 νεκρούς και το 2021, οι «εκλογές» έγιναν με το σύνολο των ηγετών της αντιπολίτευσης στη φυλακή.

Και τώρα, ούτε αυτή η φάρσα δεν χρειάζεται πια. Γιατί να ρισκάρεις μια στημένη κάλπη, όταν μπορείς απλώς να την καταργήσεις;
Όσοι έχουν κάποια ηλικία θυμούνται τις «αποστολές αλληλεγγύης». Νέοι από αριστερές οργανώσεις της Ευρώπης, πήγαιναν στη Νικαράγουα των Σαντινίστας να μαζέψουν καφέ, να «βοηθήσουν την επανάσταση», να φωτογραφηθούν με επαναστατικό πηλήκιο και κοκκινόμαυρες σημαίες. Το ίδιο έγινε για την Κούβα του Κάστρο, μια χώρα που επίσης κατάργησε τη δημοκρατία με το πρόσχημα της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό. Το ίδιο για τη Βενεζουέλα του Τσάβες και μετά του Μαδούρο. Το ίδιο, σε άλλη κλίμακα, για τη Βόρεια Κορέα και την Κίνα.

Το μοτίβο γνωστό. Ένας ηγέτης με λαϊκίστικο, «αντιιμπεριαλιστικό» πρόσχημα, υπόσχεται δικαιοσύνη στους φτωχούς, και μετά μένει στην εξουσία μέχρι να πεθάνει. Η Σοβιετική Ένωση και όλο το λεγόμενο ανατολικό μπλοκ έζησαν ακριβώς αυτό το σενάριο για δεκαετίες. Εκλογές χωρίς αντιπολίτευση, ή καθόλου εκλογές, με τη διαφωνία να ποινικοποιείται και την εξουσία να στηρίζεται σε ένα και μοναδικό κόμμα. Η Μόσχα στήριζε και στηρίζει, και ως ΕΣΣΔ και ως Ρωσία, αυτά τα καθεστώτα με χρήμα, όπλα και τεχνογνωσία αυταρχισμού.
Καθεστώτα που γεννήθηκαν καταγγέλλοντας τη μοναρχία και τα κληρονομικά προνόμια κατέληξαν, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, να λειτουργούν σαν οικογενειακές δυναστείες. Ο Ορτέγκα συμπροεδρεύει με την σύζυγο του Μουρίγιο, στην Κούβα, ο Ραούλ Κάστρο πήρε τη σκυτάλη από τον αδελφό του Φιντέλ, στη Βόρεια Κορέα, οι Κιμ περνούν την εξουσία από πατέρα σε γιο εδώ και τρεις γενιές, σαν να μιλάμε για βασιλική αυλή και όχι για «λαϊκή δημοκρατία» και στη Βενεζουέλα, ο ναρκοδικτάτορας Μαδούρο παρουσιαζόταν ως ο πολιτικός κληρονόμος του Τσάβες, με την οικογένειά του να ελέγχει κομβικές θέσεις εξουσίας.

Αν μια οποιαδήποτε δυτική δημοκρατία, τολμούσε να κάνει το ίδιο, να περνά την εξουσία από σύζυγο σε σύζυγο, από γονιό σε παιδί, χωρίς καν την επίφαση εκλογής, η ίδια αριστερά που κάποτε πήγαινε «εκδρομές» στη Μανάγκουα θα την αποκαλούσε, δικαίως, μεσαιωνικό απολυταρχισμό. Όταν όμως το κάνει ένα καθεστώς που κραδαίνει μια κόκκινη σημαία, ξαφνικά γίνεται «αντίσταση στον ιμπεριαλισμό».
Δεν είναι όλη η αριστερά ίδια, αυτό πρέπει να λέγεται με ειλικρίνεια. Υπάρχουν σοσιαλδημοκράτες που έχουν καταδικάσει ανοιχτά τον Ορτέγκα, τον Μαδούρο και το καθεστώς των Κάστρο, αλλά υπάρχει και μια σταθερή, επίμονη τάση, ως ιδεολογική νοσταλγία, που εξακολουθεί να βλέπει σε κάθε αντιδυτικό καθεστώς μια «λαϊκή» εναλλακτική εξουσία, ανεξάρτητα από το πόσους πολίτες φυλακίζει ή σκοτώνει. Το μόνο κριτήριο φαίνεται να είναι αν ο δικτάτορας καταγγέλλει μονίμως και για όλα την Δύση.

Ο Ορτέγκα, τουλάχιστον, έκανε κάτι που σπάνια κάνουν οι δικτάτορες. Είπε την αλήθεια. Παραδέχτηκε ότι φοβάται τον λαό του τόσο πολύ, ώστε προτιμά να καταργήσει εντελώς την εκλογική διαδικασία παρά να ρισκάρει. Όσοι ακόμα ρομαντικοποιούν τέτοια καθεστώτα ίσως είναι ώρα να αναρωτηθούν, αν η επανάσταση χρειάζεται να καταργήσει τις εκλογές για να επιβιώσει, τι ακριβώς προστατεύει πια τον λαό, ή τον εαυτό της;