Tου Πατριάρχη
Η 11η Ιουλίου είναι από αυτές τις ημερομηνίες που δεν σβήνυν με ένα «Χ» στο ημερολόγιο, αλλά στέκονται απέναντί μας και ζητούν λογαριασμό. Το Μαρί παραμένει μια ανοιχτή πληγή για την Κύπρο, όχι επειδή το πένθος χρειάζεται επετείους για υπενθύμιση, αλλά επειδή δεκατρείς άνθρωποι χάθηκαν μέσα σε μια καταιγίδα φωτιάς, που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί.
Εκείνο το πρωινό του 2011, η έκρηξη δεν σκότωσε μόνο αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, ναύτες και πυροσβέστες, σκότωσε και την ψευδαίσθηση ότι το κράτος μπορεί να κρύβει την ανεπάρκειά του πίσω από καθησυχαστικές δηλώσεις, συσκέψεις, υπηρεσιακά σημειώματα και μετά να ζητάει από την κοινωνία να δείξει κατανόηση.
Οι δεκατρείς πήγαν εκεί γιατί τους κάλεσε το καθήκον, χωρίς να έχουν στα χέρια τους την εξουσία των αποφάσεων, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων, με μόνο όπλο την ευθύνη τους απέναντι στη στολή, στην υπηρεσία και στους ανθρώπους γύρω τους.
Τα εμπορευματοκιβώτια με τα πυρομαχικά, κατασχεμένα από το πλοίο Monchegorsk, έμειναν εκτεθειμένα για μήνες μέσα στη ζέστη, δίπλα στη ναυτική βάση και σε απόσταση αναπνοής από τον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό του Βασιλικού. Υπήρξαν προειδοποιήσεις, υπήρξαν ανησυχίες και υπήρξαν άνθρωποι που αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο. Εκείνο που δεν υπήρξε ήταν η αποφασιστικότητα ενός κράτους που οφείλει να προλαβαίνει την καταστροφή και όχι να μετράει νεκρούς εκ των υστέρων.
Γι’ αυτό το Μαρί πονάει ακόμη. Δεν ήταν εν αιθρία, ήταν μια πορεία προς την τραγωδία με σταθμούς την αδράνεια, την αναβλητικότητα, την πολιτική δειλία και την υπηρεσιακή ανευθυνότητα. Κάποιοι γνώριζαν, κάποιοι προειδοποιούσαν, κάποιοι συζητούσαν, κάποιοι μετέθεταν το πρόβλημα για αργότερα, μέχρι που το «αργότερα» έγινε φωτιά, ωστικό κύμα, νεκροί, κατεστραμμένες οικογένειες και μια χώρα βυθισμένη στη ντροπή.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, οι οικογένειες των θυμάτων κουβαλούν ένα βάρος που δεν μπορούν να μοιραστούν εύκολα με κανέναν. Οι τελετές, τα στεφάνια και οι δηλώσεις έχουν την σημασία τους, όμως καμία έκφραση συμπόνιας δεν μπορεί να γεμίσει την καρέκλα που έμεινε άδεια στο σπίτι, κανένα μνημόσυνο δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον πατέρα, τον γιο, τον σύζυγο και τον αδελφό που δεν γύρισε πίσω. Η αξιοπρέπειά τους είναι συχνά πιο δυνατή από τις ομιλίες και η σιωπή τους πιο αυστηρή από οποιοδήποτε κατηγορητήριο.
Η μνήμη της τραγωδίας στο Μαρί δεν πρέπει να εξαντλείται σε μια ετήσια υπόκλιση του κράτους. Πρέπει να γίνεται απαίτηση για κράτος σοβαρό, για θεσμούς που δεν λειτουργούν με τη λογική «βλέποντας και κάνοντας», για αξιωματούχους που καταλαβαίνουν πως πίσω από κάθε υπηρεσιακή αμέλεια μπορεί να υπάρχει αίμα και θάνατος. Η ευθύνη δεν είναι αφηρημένη λέξη, έχει πρόσωπα, υπογραφές, παραλείψεις, αποφάσεις που δεν πάρθηκαν και προειδοποιήσεις που έμειναν χωρίς απάντηση.
Σήμερα, λοιπόν, η Κύπρος οφείλει να θυμάται τους δεκατρείς με σεβασμό, τις οικογένειές τους με ευγνωμοσύνη και το δικό της χρέος με ειλικρίνεια. Οι εκκλήσεις για λήθη, όταν αφορούν το Μαρί, δεν είναι παρηγοριά, είναι συνενοχή.

























