Η κρατική βία κλείνει τα στόματα των κακοποιημένων γυναικών

Του Πατριάρχη

Στη προχθεσινή συνεδρία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, κατατέθηκαν στοιχεία που προκαλούν σοκ για τη βία κατά των γυναικών. Χιλιάδες καταγγελίες, εκατοντάδες διατάγματα, συλλήψεις, δομές φιλοξενίας, γραμμές βοήθειας, εφαρμογές, υπηρεσίες… Ένα ολόκληρο λεξιλόγιο με ορισμούς κρατικής μέριμνας, που στα χαρτιά δείχνει σχεδόν εντυπωσιακό για την κρατική ευαισθησία. Όλα αυτά μέχρι να θυμηθεί κάποιος ότι πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει μια γυναίκα, που κάποια στιγμή φοβήθηκε να γυρίσει σπίτι, να σηκώσει το τηλέφωνο, να κοιμηθεί ή και να μιλήσει.

Τα στοιχεία θα ήταν συγκλονιστικά ακόμα κι αν αφορούσαν μία μόνο γυναίκα. Δεν χρειάζονται χιλιάδες περιπτώσεις για να συγκινηθεί μια Πολιτεία που θέλει να λέγεται σύγχρονη. Μία γυναίκα που ζει υπό απειλή, μία γυναίκα που ξυλοκοπείται, μία γυναίκα που βιάζεται, μία γυναίκα που αντιμετωπίζεται ως ιδιοκτησία, θα έπρεπε να είναι αρκετή για να σηκωθούν οι καρεκλοκένταυροι από την αναπαυτική πολυθρόνα τους (οι καρέκλες είναι ξεπερασμένες πια). Αλλά το κράτος, ως γνωστόν, σηκώνεται δύσκολα και συνήθως χρειάζεται πιστοποιητικά, επιτροπές, συνεδρίες, δηλώσεις και μερικά τραγικά περιστατικά – ακόμα και αίμα – για να πράξει τα αυτονόητα.
Η πιο σκληρή βία όμως, δεν είναι μόνο η βία του θύτη. Είναι όσα ακολουθούν όταν μια γυναίκα αποφασίσει να καταγγείλει. Εκεί αρχίζει συχνά ένας άλλος Γολγοθάς στρωμένος με βία. Η βία της αμφισβήτησης, η βία της καθυστέρησης, η βία της υπηρεσιακής αδιαφορίας, η βία του «ελάτε ξανά αύριο» και η βία της αίθουσας του δικαστηρίου, όπου η γυναίκα καλείται να ξύσει πάλι τις πληγές της να πει και να ξαναπεί όσα έζησε, πολλές φορές απέναντι στον άνθρωπο που την κακοποίησε.

Η έκκληση, «να μη φοβούνται οι γυναίκες και να καταγγέλλουν» είναι σωστή, αλλά μισή. Οι γυναίκες δεν φοβούνται επειδή είναι αδύναμες. Φοβούνται επειδή πολλές ξέρουν πολύ καλά τι τις περιμένει. Ξέρουν ότι μπορεί να μπουν σε έναν λαβύρινθο που θα κρατήσει 5, 6 ή και 10 χρόνια. Ξέρουν ότι θα τις ρωτήσουν γιατί άργησαν να μιλήσουν, γιατί φορούσαν κοντή φούστα, γιατί χαμογέλασαν, γιατί έμειναν, γιατί επέστρεψαν, γιατί δεν έφυγαν νωρίτερα… Πρόκειται για την γνωστή επίδειξη κοινωνικής καχυποψίας, όπου όλοι γίνονται δικαστές εκτός από τους πραγματικούς δικαστές, που αναβάλουν και ξανα-αναβάλουν τις υποθέσεις μέχρι να «ωριμάσουν».

Υπάρχουν γυναίκες που εγκατέλειψαν την προσπάθεια όχι επειδή είπαν ψέματα, αλλά επειδή δεν άντεξαν άλλο την ίδια τη διαδικασία και εξαντλήθηκαν ψυχικά, οικονομικά και κοινωνικά. Αναγκάστηκαν να ζουν με την υπόθεσή τους ανοικτή για χρόνια, σαν πληγή που το κράτος δεν αφήνει να κλείσει και στο τέλος εμφανίζεται η Πολιτεία να αναρωτιέται γιατί δεν καταγγέλλουν; Τι μυστήριο κι αυτό; Σχεδόν απαιτεί διδακτορικό στην κρατική υποκρισία.

Αν θέλουμε πραγματικά να καταγγέλλουν οι γυναίκες, πρέπει πρώτα να αλλάξει αυτό που τις περιμένει μετά την καταγγελία. Γρήγορη εκδίκαση, εξειδικευμένοι ανακριτές, πραγματική προστασία, απομάκρυνση και κράτηση του δράστη χωρίς γραφειοκρατικές γελοιότητες, στήριξη της γυναίκας από την πρώτη ώρα και διαδικασίες που δεν την υποχρεώνουν να ξαναζεί το τραύμα της μέχρι να «ωριμάσει» η υπόθεση στα συρτάρια.

Η βία κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται με ευχές. Και επίδειξη συγκίνησης και οργής μετά από κάθε νέο περιστατικό. Αν το κράτος θέλει να πει στις γυναίκες «μιλήστε», οφείλει πρώτα να τους αποδείξει ότι όταν μιλήσουν δεν θα τις εγκαταλείψει, γιατί αλλιώς δεν ζητάει θάρρος, αλλά ζητάει από αυτές να αντέξουν και τον θύτη και το κράτος. Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη, αλλά συνενοχή.