Η παγίδα μιας κλειδωμένης πόρτας

Του Πατριάρχη

Η τραγωδία στην Ξυλοφάγου είναι από εκείνες που σε αναγκάζουν να σκεφτείς και να ξανασκεφτείς και ποτέ να μην είσαι σίγουρος για το τι θα πρέπει να γράψεις. Όχι από αμηχανία για τις λέξεις, αλλά γιατί οι λέξεις μοιάζουν ελάχιστες μπροστά σε δύο παιδιά, 8 και 10 χρόνων, που χάθηκαν άδικα μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος να βάλει τάξη στα γεγονότα, μένει πάντα μπροστά του μια εικόνα που δύσκολα μπορείς να αντέξεις. Δύο παιδιά παγιδευμένα εκεί όπου κανείς δεν φαντάζεται ότι μπορεί να στηθεί θανάσιμη παγίδα.

Οι πρώτες σκέψεις πολλών πήγαν στο γνωστό, σκληρό ερώτημα του πώς ξεχνάς παιδιά μέσα σε αυτοκίνητο; Ωστόσο, οι πληροφορίες δείχνουν πως κανένας δεν τα ξέχασε και η υπόθεση έχει μια άλλη διάσταση, εξίσου τραγική, αφού τα παιδιά ούτως ή άλλως χάθηκαν και αυτό δεν αλλάζει.

Ο πατέρας και η μητριά φαίνεται πως είχαν φύγει για τη δουλειά και τα παιδιά, εικάζεται πως μπήκαν μόνα τους στο αυτοκίνητο και εγκλωβίστηκαν. Η μητριά, επιστρέφοντας από την εργασία της, φαίνεται να βρέθηκε μπροστά στην τραγωδία. Αν αυτή η εκδοχή επιβεβαιωθεί πλήρως από την έρευνα, τότε η υπόθεση δεν απλώς αμέλεια. Πρόκειται για το αδιανόητο που μπορεί να συμβεί μέσα σε λίγα λεπτά, σε μια αυλή, έξω από ένα σπίτι, σε μια φαινομενικά συνηθισμένη ημέρα.

Αυτό δεν μειώνει την ανάγκη διερεύνησης ευθυνών. Το αντίθετο. Την κάνει πιο ουσιαστική. Γιατί το ερώτημα δεν είναι πια μόνο ποιος έκανε ή δεν έκανε κάτι εκείνη τη στιγμή. Είναι και αν υπήρχε τρόπος να είχε αποτραπεί. Ήταν το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο; Μπορούσαν τα παιδιά να μπουν χωρίς να γίνουν αντιληπτά; Υπήρχε επίβλεψη; Γνώριζαν οι ενήλικες πού βρίσκονταν; Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες αλλά για το πως η καθημερινότητα, μπορεί να γίνει τραγωδία.

Τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν είναι βρέφη, αλλά δεν είναι και ενήλικες. Έχουν περιέργεια, κινούνται, δοκιμάζουν, ψάχνουν, μπαίνουν σε χώρους που για τους μεγάλους μοιάζουν αυτονόητα ακίνδυνοι. Ένα αυτοκίνητο όμως, ειδικά σε κυπριακές θερμοκρασίες, δεν είναι χώρος παιχνιδιού. Είναι μια κλειστή μεταλλική παγίδα που μπορεί πολύ γρήγορα να γίνει ασφυκτική. Εδώ η πρόληψη δεν είναι θεωρία. Είναι πόρτες κλειδωμένες, κλειδιά φυλαγμένα, παιδιά υπό έλεγχο, γείτονες με μάτια ανοικτά, ενήλικες που δεν θεωρούν τίποτα αυτονόητο.

Υπάρχει πάντα ο πειρασμός της εύκολης καταδίκης. Να βρεθεί αμέσως ένας ένοχος, να εφευρεθούν χαρακτηρισμοί, να ησυχάσει η κοινωνία πως η φρίκη ανήκει σε κάποιους άλλους και όχι στον δικό της κόσμο. Δυστυχώς η αλήθεια είναι πιο άβολη. Οι τραγωδίες αυτού του τύπου δεν προκύπτουν πάντα από πρόθεση. Μπορεί να προκύψουν από ένα κενό προσοχής, από μια πόρτα που έμεινε ανοιχτή, από μια λάθος εκτίμηση, από μια στιγμή που κανείς δεν κατάλαβε ότι ήταν η κρίσιμη.

Αυτό δεν είναι άλλοθι, αλλά προειδοποίηση για όλους μας. Η Δικαιοσύνη θα κάνει τη δουλειά της και πρέπει να την κάνει χωρίς περισπασμούς, χωρίς λαϊκά δικαστήρια, χωρίς συμπεράσματα πριν υπάρξουν αποδείξεις. Όμως η κοινωνία δεν χρειάζεται να περιμένει το τέλος της έρευνας για να πάρει το μάθημα. Τα παιδιά δεν επιβλέπονται με την ελπίδα ότι «κάπου εδώ θα είναι». Η ασφάλεια δεν είναι υπερβολή, είναι η ελάχιστη μορφή αγάπης όταν οι μεγάλοι έχουν ευθύνη για μικρούς ανθρώπους.

Στην Ξυλοφάγου χάθηκαν δύο ζωές παιδιών με τρόπο που δεν χωράει στο μυαλό. Το χειρότερο είναι ότι, αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, ίσως χάθηκαν χωρίς κανείς να αντιληφθεί εγκαίρως τον κίνδυνο. Μένει τώρα η σιωπή ενός αυτοκινήτου, η απόγνωση μιας οικογένειας, η δουλειά των ανακριτών και ένα μάθημα που γράφτηκε με τον πιο άδικο τρόπο. Να μη θεωρούμε ποτέ ότι τα παιδιά είναι ασφαλή επειδή βρίσκονται «κοντά». Το κοντά, όταν λείπει η προσοχή, μπορεί να γίνει απελπιστικά μακριά.