Η Δημοκρατία δεν παίρνει εκδίκηση

Του Πατριάρχη

Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου προκαλεί, δικαίως, δυσφορία σε πολλούς και ιδίως σε όσους θυμούνται τι υπήρξε η 17 Νοέμβρη και δεν την αντιμετωπίζουν ως ρομαντικό παραστράτημα κάποιων δήθεν ιδεολόγων με πιστόλια.

Η 17 Νοέμβρη υπήρξε τρομοκρατική οργάνωση και δολοφόνησε, τραυμάτισε, εκβίασε, λήστεψε, έστησε για δεκαετίες μια ψευδοεπαναστατική βιτρίνα πάνω στο αίμα ανθρώπων. Αυτό δεν αλλάζει επειδή πέρασαν χρόνια, ούτε επειδή κάποιοι επιμένουν να βαφτίζουν την τρομοκρατία «ένοπλη πάλη», λες και η γλώσσα είναι πλυντήριο εγκλημάτων.

Ο Γιωτόπουλος είχε καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια και επιπλέον 25 χρόνια κάθειρξη για τη δράση της 17 Νοέμβρη. Αποφυλακίστηκε ύστερα από σχεδόν 24 χρόνια εγκλεισμού, με απόφαση του Συμβουλίου Εφετών και με περιοριστικούς όρους. Ο χρόνος πραγματικής έκτισης ποινής, οι ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας, η ηλικία, οι σπουδές και η συμπεριφορά του στη φυλακή, του άνοιξαν την πόρτα του κελιού. Ας μην κάνουμε λοιπόν πως ανακαλύψαμε ξαφνικά ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί με κανόνες και όχι με κραυγές, όσο ελκυστικές κι αν είναι οι κραυγές για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αυτή είναι η υπεροχή της Δημοκρατίας. Δεν εκδικείται. Τιμωρεί, επιβάλλει ποινές, κρατά φυλακισμένους ανθρώπους που κρίθηκαν ένοχοι για βαρύτατα εγκλήματα, αλλά δεν τους αφαιρεί την ανθρώπινη ιδιότητα, ούτε μετατρέπει τη φυλακή σε σκουπιδοτενεκέ, επειδή κάποιοι θεωρούν ότι η βαρβαρότητα γίνεται αρετή όταν την εφαρμόζει το κράτος.

Στον Γιωτόπουλο δόθηκε ακόμη και η δυνατότητα να σπουδάσει μέσα από τη φυλακή και να αποκτήσει διδακτορικό στα Μαθηματικά. Του δόθηκαν άδειες, δεν αποκόπηκε πλήρως από την κοινωνία και αυτό δεν είναι συγχώρεση. Είναι θεσμικός πολιτισμός, ο οποίος δεν υπάρχει μόνο για τους συμπαθείς. Εκείνοι δεν τον δοκιμάζουν. Υπάρχει κυρίως για τους αντιπαθείς, τους αμετανόητους, τους καταδικασμένους, εκεί όπου η κοινωνία μπαίνει στον πειρασμό να πει «ας τελειώνουμε».

Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν είναι μόνο η αποφυλάκιση, αλλά η ανυπαρξία μεταμέλειας. Ο Γιωτόπουλος ουδέποτε ανέλαβε την εγκληματική του ευθύνη, όπως θα ανέμενε κανείς από κάποιον που πέρασε δεκαετίες αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Και δεν είναι μόνος. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ψυχρής ιδεολογικής αυτοαθώωσης. Έγραψε βιβλία, έστησε αφήγημα, επιχείρησε να παρουσιάσει την πορεία της 17 Νοέμβρη όχι ως ιστορία δολοφονιών αλλά ως πολιτικό χρονικό. Η ελληνική πραγματικότητα, με τη γνωστή της αγάπη προς κάθε είδους «αντισυστημικό» μύθο, βρήκε και εκεί πρόθυμους αναγνώστες. Οι αδαείς, διαβάζουν με πάθος τα απομνημονεύματα τρομοκρατών, θεωρώντας πως πρόκειται για θαυμαστή ιεράρχηση πνευματικών αναγκών.

Η Δημοκρατία επιτρέπει στον εγκληματία να γράψει, να σπουδάσει, να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, να ζητήσει άδεια και να διεκδικήσει απόλυση. Δεν του χαρίζει την Ιστορία. Δεν του χαρίζει τα θύματα και δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει το αίμα ως μελάνι ιδεολογικής υπεράσπισης.

Η αποφυλάκιση Γιωτόπουλου δεν πρέπει να γίνει ούτε αφορμή για υστερία ούτε για λήθη. Είναι υπενθύμιση ότι η Δημοκρατία είναι ισχυρή όταν τιμωρεί χωρίς να μιμείται τους εχθρούς της. Και είναι ακόμη ισχυρότερη όταν δεν αφήνει τους αμετανόητους να εμφανίζονται ως θύματα ενός συστήματος που, στην πραγματικότητα, τους σεβάστηκε πολύ περισσότερο από όσο εκείνοι σεβάστηκαν τις ζωές των άλλων.