Όταν το σύστημα απονομής δικαιοσύνης μπλέκεται στα δικά του δίχτυα

Του Πατριάρχη

Η απόφαση του Εφετείου να ακυρώσει την καταδίκη φυλάκισης 22 χρόνων του Γιώργου Χριστοδούλου Ζαβράντωνα και να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης, θα έπρεπε να σημανει θεσμικό συναγερμό. Ο Ζαβράντωνας είχε καταδικαστεί τον Δεκέμβριο του 2022 για υπόθεση κατοχής με σκοπό την προμήθεια 15 κιλών κοκαΐνης, ενώ τώρα η υπόθεση οδηγείται ξανά στο Κακουργιοδικείο, μετά τη διαπίστωση προβλήματος που το Εφετείο έκρινε κρίσιμο για την πορεία της δίκης.
Το ζήτημα δεν είναι να αποφανθούμε εμείς για την ενοχή ή την αθωότητά του, γιατί αυτό είναι δουλειά των δικαστηρίων και όχι των δημοσιογρέφων, όσο κι αν κάποιοι τα έχουν μπερδέψει όλα σε ένα μεγάλο καζάνι όπου βράζουν μαζί ποινικές υποθέσεις, δημόσιες σχέσεις και θεσμικά παραπατήματα. Το ζήτημα είναι πώς οδηγηθήκαμε σε αυτή την περιπλοκή και ποιοι έχουν την ευθύνη για να δώσουν εξηγήσεις.

Στον πυρήνα της υπόθεσης, πέραν από τις ακαταλαβίστικές δικονομικές πιρουέτες, βρίσκεται η αξιοποίηση συγκατηγορούμενου του Ζαβράντωνα ως βασικού μάρτυρα κατηγορίας. Ο συγκεκριμένος είχε καταδικαστεί σε 16 χρόνια φυλάκιση και στη συνέχεια εντάχθηκε σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, ώστε να καταθέσει εναντίον του Ζαβράντωνα. Η μαρτυρία του κρίθηκε αξιόπιστη από το Κακουργιοδικείο και εδώ αρχίζουν τα περίεργα.

Ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρξε, διαβεβαίωση ότι ο μάρτυρας δεν θα τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης σε σχέση με την έκτιση της ποινής του, στην πράξη φέρεται να συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Όπως αποκαλύφθηκε του δόθηκε χάρη, αποφυλακίστηκε και ότι του επιτράπηκε να εγκατασταθεί στα κατεχόμενα και αυτό δεν είναι μια αστοχία ούτε και λεπτομέρεια. Μιλάμε για θεσμική συμπεριφορά που τραυματίζει την ίδια την αξιοπιστία της όλης διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καλείται να σταθμίσει μια μαρτυρία με βάση ένα πλαίσιο που παρουσιάστηκε ως συγκεκριμένο και μετά να αποδεικνύεται ότι το πλαίσιο αυτό άλλαξε πίσω από την πλάτη του.

Η Νομική Υπηρεσία οφείλει εξηγήσεις και όχι ανακοινώσεις με ξύλινη γλώσσα, που αντί να εξηγούν να συσκοτίζουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Απαιτούνται εξηγήσεις ουσίας. Ποιος εισηγήθηκε την ευνοϊκή μεταχείριση; Ποιος την ενέκρινε; Πότε ενημερώθηκε το Δικαστήριο; Αν δεν ενημερώθηκε, γιατί δεν ενημερώθηκε και ποιος θεώρησε λογικό να μετατρέπεται ένας κατάδικος σε βασικό μάρτυρα κατηγορίας, χωρίς απόλυτη διαφάνεια ως προς τα ανταλλάγματα που του δόθηκαν;

Εξηγήσεις οφείλει και η Αστυνομία, ιδίως η ΥΚΑΝ, εφόσον είχε ρόλο στην εισήγηση ή στη διαχείριση της ένταξης του συγκεκριμένου προσώπου στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Το πρόγραμμα δεν είναι από μόνο του ύποπτο και σε σοβαρές υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος μπορεί να είναι αναγκαίο εργαλείο. Όμως άλλο πράγμα το εργαλείο και άλλο η χρησιμοποίηση του προγράμματος για να βολεύονται κάποιοι.

Η σιωπή, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν προστατεύει τους θεσμούς, αλλά τους εκθέτει. Μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία παρακολουθεί υποθέσεις συγκάλυψης, αστυνομικών χειρισμών, εισαγγελικών αποφάσεων και δικαστικών ανατροπών με αυξανόμενη δυσπιστία και όταν οι θεσμοί βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, η χειρότερη επιλογή είναι να παριστάνουν ότι δεν βλέπουν τον τοίχο και τις ευθύνες τους.

Η επανεκδίκαση θα κρίνει την ποινική ουσία αλλά η θεσμική ουσία δεν μπορεί να μένει στην ομίχλη. Χρειάζονται τώρα απαντήσεις, γιατί αν το κράτος ζητάει από τον πολίτη να εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη, οφείλει πρώτο να μη δημιουργεί την εντύπωση ότι τη χρησιμοποιεί επιλεκτικά, πρόχειρα, ύποπτα ή κρυφά. Στην υπόθεση Ζαβράντωνα, η εντύπωση αυτή δεν είναι προϊόν καχυποψίας, αλλά το φυσικό αποτέλεσμα μιας διαδρομής που κανείς αρμόδιος δεν μπήκε ακόμη στον κόπο να εξηγήσει πειστικά.