Του Πατριάρχη
Βρισκόμαστε ξανά στην ίδια αφετηρία, παρακολουθώντας ένα έργο που, αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο για το μέλλον του τόπου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως κακόγουστη φάρσα. Η προεκλογική περίοδος έχει εισέλθει σε μια φάση όπου η σοβαρότητα έχει καταθέσει τα όπλα και η λογική έχει τραπεί σε άτακτη φυγή. Το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου δεν είναι απλώς χαμηλό, είναι ανησυχητικά ρηχό, καθώς το πολιτικό σκηνικό έχει κατακλυστεί από υποψηφίους που διεκδικούν την ψήφο μας με μοναδικό εφόδιο το θράσος, την εμμονή στην αυτοδικαίωση και την άγνοια. Για να μην παρεξηγηθώ, επειδή όλα αυτά παραπέμπουν σε 1-2 κόμματα, – τα οποία συνολικά έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, – δεν εξαιρώ και τα άλλα κόμματα, που έχουν στους κόλπους τους τέτοιες μονάδες.
Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς άνθρωποι που στερούνται βασικών γνώσεων για τη λειτουργία του κράτους, που αγνοούν τη στοιχειώδη ιστορική συνέχεια και τις διεθνείς ισορροπίες, εμφανίζονται σήμερα ως σωτήρες. Βλέπουμε πρόσωπα τα οποία ο μέσος πολίτης δεν θα εμπιστευόταν ούτε ως «παρατηρητές της γειτονιάς», πόσο μάλλον να τους εμπιστευτεί την ευθύνη να μοθετούν, να διεκδικούν την ψήφο μας. Και όμως, αυτοί οι άνθρωποι, με μια αυταρέσκεια που αγγίζει τα όρια της ύβρεως, φιλοδοξούν να καθίσουν στα έδρανα του νομοθετικού σώματος και να αποφασίζουν για τη ζωή και το μέλλον των παιδιών μας.
Το πιο εξοργιστικό βέβαια δεν είναι η έλλειψη παιδείας, αλλά η προσπάθεια να αναχθεί η άγνοια σε προσόν. Υπάρχει μια νέα τάση, ένας επικίνδυνος αντιδιανοουμενισμός, όπου η έλλειψη αντίληψης βαφτίζεται «αυθεντικότητα» και η ανικανότητα εκφοράς συγκροτημένου λόγου παρουσιάζεται ως «λαϊκότητα». Αυτοί οι υποψήφιοι κουνούν το δάχτυλο με απίστευτη ευκολία, εφευρίσκουν λύσεις του ποδαριού για σύνθετα προβλήματα και μιλούν με στόμφο για θέματα που απαιτούν βαθιά γνώση και εμπειρία. Είναι η αποθέωση της μετριότητας που απαιτεί να γίνει κανόνας.
Η πολιτική ζωή του τόπου δεν είναι πεδίο για αυτοσχεδιασμούς ούτε βήμα για όσους αναζητούν την εφήμερη δόξα της δημοσιότητας. Ο νομοθέτης οφείλει να είναι ο θεματοφύλακας των θεσμών και ο άνθρωπος που κατέχει την τέχνη της σύνθεσης και της προνοητικότητας. Όταν όμως η προεκλογική αρένα μετατρέπεται σε ένα πανηγύρι ματαιοδοξίας, τότε το αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω απαξίωση της πολιτικής. Ο πολίτης, απογοητευμένος από το θέαμα, τείνει να απομακρύνεται, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο σε εκείνους που θεωρούν ότι η άγνοια είναι το καλύτερο διαβατήριο για την εξουσία.
Η ευθύνη βαραίνει και τα παλαιά κόμματα που, στον βωμό της ψηφοθηρίας, επιλέγουν πρόσωπα με κριτήριο την αναγνωρισιμότητα και όχι την ικανότητα. Γεμίζουν τα ψηφοδέλτια με ανθρώπους που αδυνατούν να κατανοήσουν τη διαφορά μεταξύ ενός νόμου και ενός συνθήματος. Η ψήφος δεν είναι δώρο ούτε υποχρέωση προς συγγενείς και φίλους. Είναι η μόνη δύναμη που διαθέτουμε για να κρατήσουμε μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων εκείνους που το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι το τίποτα.
Η Κύπρος χρειάζεται ανθρώπους με στοιχειώδες πνευματικό ανάστημα και όχι άλλους «ειδικούς» της στιγμής που πνίγονται σε μια κουταλιά νερό μόλις κληθούν να αρθρώσουν μια συγκροτημένη πρόταση.

























