Το ημερολόγιο δείχνει πάλι 9η Ιουλίου

Του Πατριάρχη

Η 9η Ιουλίου 1821 δεν είναι μια τυχαία ημερομηνία στη συλλογική μας μνήμη. Είναι η μέρα που ο Οθωμανός διοικητής Κιουτσούκ Μεχμέτ Πασάς, διέταξε το κλείσιμο των πυλών της Λευκωσίας και την εκτέλεση περίπου 500 Ελληνοκυπρίων, κληρικών, προκρίτων και διανοουμένων, ως τιμωρία για την υποστήριξη της επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Από νωρίς το πρωί, άντρες που είχαν επιλέξει να μείνουν πιστοί στη θρησκεία τους και στον ελληνισμό, παρά τις προτροπές να φύγουν, βρεθήκαν μπροστά στον Πασά. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, αρνούμενος να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, στάθηκε όρθιος, πήρε ο ίδιος το σκοινί απ’ τα χέρια του δήμιου, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του και φέρεται να είπε: «Δράσε το θέλημα του αφέντη σου» πριν κρεμαστεί δημοσίως από δέντρο απέναντι από το παλάτι των Λουζινιανών

Καθ’ όλη τη διάρκεια των τεσσάρων αυτών ημερών, από τις 9 ως τις14 Ιουλίου, οι ομαδικές εκτελέσεις επεκτάθηκαν σε χωριά της Πάφου, της Λάρνακας και της Κερύνειας, με εκτιμήσεις να φθάνουν τουλάχιστον τα 2.000 θύματα (αγρότες, γέροντες, γυναίκες που αρνήθηκαν να αποκηρύξουν τους συγγενείς τους υπό την απειλή βασανιστηρίων και λεηλασιών).Ο Βασίλης Μιχαηλίδης, στο έπος του «Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», αποτυπώνει με συγκλονιστική γλαφυρότητα τον ουρανό εκείνης της μέρας:
«Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί άνεμοι τζι εφυσούσαν, τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη…»

Ο Μιχαηλίδης δεν αφήνει αμφιβολίες, καθώς το «κρυφοσυννεφκιάζειν» δεν είναι μεταφορά, είναι η ιστορική αλήθεια που σκεπάζει τη γη με αίμα και πόνο.
Έχοντας ταξιδέψει σε Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα, οι εθελοντές από την Κύπρο πάλεψαν πλάι – πλάι με τους υπόλοιπους Έλληνες, πιστεύοντας πως η θυσία τους θα γίνει φλόγα ελευθερίας και για την ίδια την Κύπρο. Όμως, εδώ στο νησί, η εκδίκηση ήταν αμείλικτη. Ο Πασάς κάλεσε ενισχύσεις από τη Συρία και την Αίγυπτο, διεύρυνε τις σφαγές και τα πλιάτσικα, επιχειρώντας να ξορκίσει κάθε επαναστατικό ίχνος.

Σήμερα, 204 χρόνια μετά, κάποιοι αμφισβητούν την ελληνικότητα της Κύπρου, – παρά το ότι δεν αμφισβητείται η κρατική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας – μάλλον γιατί έχουν ελαφρά καρδιά και βαριά άγνοια. Ας διαβάσουν τα ονόματα που χάθηκαν, ας ακούσουν ξανά τον ποιητικό σπαραγμό όταν ο Μιχαηλίδης γράφει:
«Δεν θέλω, Κκιόρογλου, εγιώ να φύω που την Χώραν…
Θέλω να μείνω, Κκιόρογλου, τζι ας πα’ να με σκοτώσουν…»

Η 9η Ιουλίου δεν είναι απλώς επέτειος, είναι βαρύ μάθημα ακόμα και για αυτούς που λένε πως έμαθαν την μισή ιστορία.

Κι όποιος νομίζει πως μπορεί να «ξεγράψει» την ελληνική ταυτότητα της Κύπρου, ας κοιταχτεί στον καθρέφτη της Ιστορίας. Εκεί θα δει το δικό του πρόσωπο, και τα πρόσωπα των παππούδων του, σβησμένα απ’ τους ανέμους που κάποτε «κρυφοσυννεφκιάζαν».