Του Πατριάρχη
Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ότι η σχεδόν συντονισμένη, πανομοιότυπη και ταυτόχρονη υπεράσπιση του υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού, από πολιτικούς παράγοντες, για τις απόψεις του σχετικά με την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Κρήτης, δεν προκύπτει από τυχαία συγκυρία. Όσοι έσπευσαν να μιλήσουν για «στοχοποίηση» του υπουργού, επιχειρούν να εμφανίσουν μια τεχνοκρατική ένσταση ως πράξη πατριωτικής ευθύνης. Τον παρουσιάζουν περίπου ως τον μοναδικό ρεαλιστή που αντιστέκεται σε μια παράτολμη επένδυση, η οποία δήθεν απειλεί τη σταθερότητα της οικονομίας και το διαπιστώνει ο ίδιος αλλά όχι οι κουτόφραγκοι των Βρυξελλών και τα «λαμόγια» της Αθήνας.
Η ρητορική αυτή, όμως, στέκει μόνον αν αγνοήσει κανείς ποιο είναι το πραγματικό κόστος της αδράνειας και της συνεχούς υπονόμευσης του έργου.
Από πού ακριβώς κινδυνεύει η οικονομία; Από ένα έργο που θα μειώσει το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων έως και 28% ή από την εξάρτηση από το μαζούτ, για την οποία πληρώνουμε εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως σε ρύπους; Οι γεννήτριες φυσικού αερίου της ΑΗΚ σκουριάζουν χωρίς να χρησιμοποιούνται, την ώρα που ο φορολογούμενος πληρώνει για κάθε κιλοβατώρα σαν να αγοράζει χρυσάφι. Αν όλα αυτά δεν συνιστούν κίνδυνο για την οικονομία, τότε η λέξη έχει χάσει το νόημά της.
Το επιχείρημα περί «μη βιωσιμότητας» μοιάζει περισσότερο με δικαιολόγηση αυτών που εξυπηρετούνται από την ενεργειακή απομόνωση. Είναι βολική η σημερινή κατάσταση για όσους ελέγχουν το πετρέλαιο και τα συμβόλαια προμήθειας καυσίμων. Εξίσου βολικό είναι να παραμένουν οι καταναλωτές εγκλωβισμένοι σε ένα μονοπώλιο που επιβάλλει τιμές ανεξάρτητες από την αγορά της Ευρώπης. Αν όμως συνδεθεί η Κύπρος με το ευρωπαϊκό δίκτυο, αν υπάρξει εισαγωγή φθηνής ενέργειας από Ελλάδα και Ισραήλ, τότε αλλάζουν οι ισορροπίες.
Η βιωσιμότητα ενός έργου δεν μετριέται μόνο στο ταμείο. Μετριέται στην ασφάλεια που παρέχει, στις εναλλακτικές επιλογές που ανοίγει, στην ικανότητά του να εντάσσει τη χώρα σε ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών. Η ενεργειακή διασύνδεση δεν είναι λογιστική πράξη. Είναι στρατηγική υποδομή, με πολιτική, γεωοικονομική και εθνική διάσταση. Αν η Κύπρος θέλει να είναι παίκτης και όχι θεατής, πρέπει να σταθεί εκεί όπου συναντώνται τα καλώδια και τα συμφέροντα της Ευρώπης με της Μέσης Ανατολής.
Κανείς δεν ζητά να θυσιαστεί η δημοσιονομική σταθερότητα. Όμως η λογική ότι ό,τι δεν αποδίδει άμεσα κέρδος είναι «επικίνδυνο», οδηγεί σε παράλογα συμπεράσματα. Με οικονομικούς όρους, δεν είναι «βιώσιμα» ούτε τα νοσοκομεία, ούτε τα σχολεία, ούτε η Εθνική Φρουρά. Θα τα κλείσουμε κι αυτά για να εξοικονομήσουμε πόρους; Οικονομικά βιώσιμη δεν ήταν και δεν είναι ούτε η στήριξη των προσφύγων. Μήπως θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν και αυτοί στη μοίρα τους αφού είχαν την ατυχία να χάσουν τα πάντα το 1974;
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι ο πατριωτισμός του Μάκη Κεραυνού, που κανείς δεν αμφισβητεί. Είναι η έλλειψη πολιτικής διορατικότητας. Όταν η Κύπρος μπορεί να συνδεθεί με την Ελλάδα, το Ισραήλ και, μέσω αυτών, με την ευρωπαϊκή αγορά, δεν είναι λογικό να πριονίζουμε το ίδιο το κλαδί που μας στηρίζει. Γιατί αν πέσει το δέντρο της ενεργειακής ασφάλειας, αυτός που θα καρπωθεί τον ίσκιο του θα είναι ο Ερσίν Τατάρ, ο οποίος ήδη διαφημίζει την «πιο βιώσιμη λύση» της διασύνδεσης του ψευδοκράτους με την Τουρκία. Και τότε η οικονομία θα είναι το μικρότερο από τα προβλήματά μας.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, οφείλει να βάλει τέλος στη διγλωσσία της κυβέρνησης και να στείλει το μήνυμα πως υπάρχει πολιτική απόφαση, υπάρχει δέσμευση και ισχύει για όλους.

























