Του Πατριάρχη
Το χθεσινό διάγγελμα του Μητροπολίτη τέως Πάφου Τυχικού, δεν πρέπει να κριθεί κυρίως από την επιμονή του να ακουστεί ξανά, ούτε από την προειδοποίηση ότι θα προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια της Κύπρου και της Ευρώπης. Αυτά, όσο κι αν ενοχλούν την εκκλησιαστική τάξη, ανήκουν στη σφαίρα της υπεράσπισης ενός ανθρώπου που θεωρεί ότι αδικήθηκε. Το ζήτημα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στις αναφορές του ότι είδε «σαν όραμα» τον Απόστολο Παύλο και ότι ανοίγοντας τρεις φορές την Καινή Διαθήκη, έπεσε και τις τρεις, όπως είπε, όχι τυχαία, σε αποσπάσματα που αφορούσαν τη δίκη του Χριστού.
Εδώ η υπόθεση παύει να είναι απλώς μια σύγκρουση διαδικασιών, εγγράφων, αποφάσεων και δικηγόρων. Αγγίζει τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ευθύνης. Ένας ιεράρχης, ακόμη κι όταν νιώθει αδικημένος, ακόμη κι όταν θεωρεί ότι υπέστη πνευματική ή θεσμική βία, οφείλει να γνωρίζει το βάρος των λόγων του. Δεν μιλά ως ιδιώτης που εξομολογείται τον εσωτερικό του πόνο σε ένα στενό περιβάλλον. Μιλά δημόσια, απευθύνεται σε πιστούς, επηρεάζει συνειδήσεις, κινητοποιεί ανθρώπους και δημιουργεί ερμηνείες.
Όταν, λοιπόν, εμφανίζει προσωπικά βιώματα ως μεταφυσικά σημεία, όταν συνδέει τη δική του περίπτωση με τον Απόστολο Παύλο και τη δίκη του Χριστού, τότε δεν κάνει θεολογία, αλλά επιχειρεί αυτοδικαίωση με ιερό λεξιλόγιο και αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό. Προβληματικό γατί άλλο πράγμα η πίστη και άλλο η πεποίθηση ότι η προσωπική του περιπέτεια επιβεβαιώνεται από υπερφυσικά μηνύματα. Η πρώτη απαιτεί ταπείνωση, ενώ η δεύτερη συχνά τρέφει βεβαιότητες που δεν ελέγχονται από κανέναν.
Η Ιερά Σύνοδος είχε ήδη θέσει τον Τυχικό σε αργία, επικαλούμενη μεταξύ άλλων την άρνησή του να συμμορφωθεί με τους όρους που του τέθηκαν, την αναταραχή που προκαλεί και την πρόθεσή του να κινηθεί στα πολιτικά δικαστήρια. Η απόφαση είχε ληφθεί με 11 ψήφους υπέρ και πέντε εναντίον, άρα δεν ήταν προϊόν μιας απλής διοικητικής διαδικασίας ή προσωπικής αντιπάθειας.
Το τελευταίο διάγγελμα, όμως, δίνει στην υπόθεση μια άλλη διάσταση. Αν ο ίδιος ο τέως Μητροπολίτης επιλέγει να εμφανίσει την απομάκρυνσή του μέσα από συμβολισμούς σχεδόν μαρτυρικούς, τότε ουσιαστικά προσφέρει επιχειρήματα σε όσους έλεγαν ότι η παρουσία του στον θρόνο της Πάφου δημιουργούσε εκκλησιαστικό και θεσμικό πρόβλημα. Κανένας σοβαρός ιεράρχης δεν θα έπρεπε να μετατρέπει τη δημόσια υπεράσπισή του σε αφήγηση προσωπικής αποκάλυψης. Η Εκκλησία έχει μυστήριο, έχει πίστη, έχει παράδοση και πνευματική εμπειρία. Δεν μπορεί όμως να διοικείται με προσωπικά «σημεία» και ιδιωτικές ερμηνείες της Γραφής, λες και η Καινή Διαθήκη έγινε εργαλείο επιβεβαίωσης ατομικών παραπόνων.
Ο Τυχικός έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται αδικημένος. Έχει δικαίωμα να ζητήσει επανεξέταση, να προσφύγει όπου θεωρεί, να διεκδικήσει όσα πιστεύει ότι του ανήκουν. Άλλο αυτό και άλλο να εμφανίζεται περίπου ως διωκόμενος με αποστολική σφραγίδα και εκεί φαίνεται πως έχει χάσει το μέτρο. Όταν χάνεται το μέτρο από έναν άνθρωπο που είχε ποιμαντική ευθύνη, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο προσωπικό, αλλά αμιγώς εκκλησιαστικό.
Η Πάφος χρειάζεται ηρεμία, όχι νέα επεισόδια πνευματικής αυτοαναγόρευσης και οι πιστοί χρειάζονται καθοδήγηση και όχι υπαινιγμούς περί ουράνιας επιβεβαίωσης. Η Εκκλησία, αν θέλει να διατηρήσει κύρος, οφείλει να δείξει ότι η πίστη δεν είναι άλλοθι για προσωπικές βεβαιότητες, γιατί όταν ένας ιεράρχης αρχίζει να διαβάζει την κρίση του ως συνέχεια της δίκης του Χριστού, τότε δεν υπερασπίζεται απλώς τον εαυτό του. Ανοίγει έναν δρόμο επικίνδυνο, στον οποίο κάθε απόφαση, κάθε διαφωνία και κάθε πειθαρχία μπορεί να βαφτίζεται διωγμός και τότε, δυστυχώς, δεν μιλούμε πια για Εκκλησία με τάξη, αλλά για σκηνή όπου ο καθένας ανεβαίνει με το δικό του όραμα και ζητά χειροκρότημα από το υπερπέραν.

























