Όταν η λάσπη βαφτίζεται κάθαρση

Του Πατριάρχη

Η υπόθεση Σάντη αφήνει πίσω της ένα ισοπεδωμένο τοπίο ηθικής και πολιτικής συντριβής. Άνθρωποι διασύρθηκαν δημοσίως, ονόματα κρεμάστηκαν στα ψηφιακά μανταλάκια, υπολήψεις τραυματίστηκαν και οικογένειες βρέθηκαν να απολογούνται για πράγματα που, με τα μέχρι τώρα δεδομένα, στηρίχθηκαν σε ψευδείς ισχυρισμούς και σε υλικό αμφισβητούμενης ή κατασκευασμένης προέλευσης.

Στην ίδια τροχιά κινήθηκαν και οι συνέπειες για όσους ανέλαβαν ρόλο κατηγόρου, είτε από ιδεοληψία είτε από πολιτική βιασύνη είτε από αφέλεια. Ήδη ο Γιώργος Μυλωνάκης, πριν υποστεί το εγκεφαλικό επεισόδιο, είχε ανακοινώσει ότι κινείται νομικά, κάνοντας λόγο για ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς και για κατασκευασμένα στοιχεία που επιχειρήθηκε να τον εμπλέξουν στην υπόθεση.

Το πιο βαρύ πλήγμα, όμως, δεν είναι προσωπικό. Είναι θεσμικό. Μέσα από αυτή την ιστορία τραυματίστηκε η ίδια η έννοια της μάχης κατά της διαφθοράς. Σε μια χώρα όπου η κοινωνία έχει κάθε λόγο να απαιτεί κάθαρση, λογοδοσία και πραγματική διερεύνηση σκοτεινών υποθέσεων, εμφανίστηκε ένα αφήγημα με ασύλληπτων διαστάσεων κατηγορίες, το οποίο στην πορεία άρχισε να μπάζει από παντού. Καταγράφηκαν σκιές στο αρχικό αφήγημα, αντιφάσεις, ψεύτικες εικόνες από το διαδίκτυο και αναληθείς ισχυρισμοί που δεν άντεξαν σε στοιχειώδη έλεγχο.

Αυτή είναι η μεγάλη ζημιά. Όταν μια υπόθεση παρουσιάζεται ως αποκάλυψη διαφθοράς και στο τέλος αποκαλύπτεται ότι είναι στημενη πάνω σε χαλκευμένο υλικό, δεν γελοιοποιούνται μόνο οι πρωταγωνιστές της, αλλά δηλητηριάζεται και η επόμενη αληθινή καταγγελία. Ο πολίτης που αύριο θα ακούσει για ένα πραγματικό σκάνδαλο θα είναι πιο δύσπιστος. Ο δημόσιος λειτουργός που όντως πρέπει να ελεγχθεί θα βρει πιο εύκολα καταφύγιο πίσω από τη φράση «άλλη μια Σάντη». Κάπως έτσι η φαιδρότητα μεταμφιέζεται σε ακτιβισμό και η συκοφαντία γίνεται ο καλύτερος σύμμαχος της πραγματικής διαφθοράς.
Πληγώθηκε επίσης σοβαρά η αξιοπιστία του Μακάριου Δρουσιώτη. Τις τελευταίες ημέρες επιχείρησε να αναδιπλωθεί, δηλώνοντας ότι δεν υιοθετεί πως η Σάντυ είναι θύμα παιδεραστίας και ότι η βάση της έρευνάς του είναι το περιεχόμενο των μηνυμάτων, παρότι τα ίδια δημοσιεύματα καταγράφουν πλέον σοβαρά προβλήματα με τα «στοιχεία» και με τον ίδιο τον πυρήνα της αφήγησης. Η ζημιά, δυστυχώς για τον ίδιο, έχει γίνει. Στη δημοσιογραφία δεν αρκεί να λες αργότερα «δεν το υιοθέτησα πλήρως», όταν έχεις ήδη συμβάλει στο να στηθούν άνθρωποι σε δημόσιο λιθοβολισμό.

Το ίδιο ισχύει και για κόμματα ή πολιτικούς που έσπευσαν να αγκαλιάσουν τις καταγγελίες επειδή τους βόλευαν πολιτικά. Όποιος επενδύει σε μη ελεγμένο υλικό για να πλήξει αντιπάλους, ας μην παριστάνει μετά τον αφελή περαστικό. Ακόμη και σήμερα, το Volt δηλώνει ότι στηρίζει τον Δρουσιώτη και διαψεύδει αποστασιοποίηση, παρότι οι εξελίξεις έχουν ήδη εκθέσει τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Εκτεθειμένο σαφώς είναι και το ΑΛΜΑ που έσπευσε να θυματοποιήσει τον Δημήτρη Παπαδάκη, ενώ ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης έβαζε το χέρι του στην φωτιά για την σοβαρότητα του Στέλιου Ορφανίδη. Σε αυτό το πακέτο και ο Φειδίας Παναγιώτου, που επίσης υιοθέτησε τους ισχυρισμούς.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν είναι τηλεοπτικό σόου, ούτε λαϊκό δικαστήριο, ούτε ψηφιακός υπόνομος για να πνίγονται άνθρωποι στα λασπόνερα. Θέλει τεκμήρια, νηφαλιότητα, έρευνα και θεσμική σοβαρότητα. Όταν αυτά αντικαθίστανται από κατασκευές, ύποπτες «αποκαλύψεις» και πολιτική προθυμία, το αποτέλεσμα δεν είναι κάθαρση. Είναι μια βρωμερή κατάσταση όπου αθώοι διασύρονται, ένοχοι τρίβουν τα χέρια τους και η κοινωνία μένει να κοιτά το θέαμα σαν να πρόκειται για ακόμη ένα επεισόδιο σαπουνόπερας.