Όταν η εμμονή ψάχνει άλλοθι

Του Πατριάρχη

Η στάση του ΑΛΜΑ και του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, στην υπόθεση «Σάντυ», δεν εξηγείται πειστικά ως πράξη αλληλεγγύης προς τον Μακάριο Δρουσιώτη, καθώς κάτι τέτοιο μοιάζει περισσότερο με πολιτική χρήση μιας βολικής ιστορίας. Είναι βολική επειδή προσφέρει ακριβώς ότι χρειάζεται το αφήγημα του Οδυσσέα Μιχαηλίδη από την ημέρα της απόλυσης του. Ένα σκοτεινό, διεφθαρμένο, σχεδόν μεταφυσικό σύστημα εξουσίας, μέσα στο οποίο ο ίδιος εμφανίζεται ως ο μόνος αδικημένος τιμητής. Η υπόθεση «Σάντυ», με τους απίστευτους ισχυρισμούς και τις όλο και περισσότερες αποδείξεις αναξιοπιστίας, ήρθε και έδεσε με αυτό το σχήμα, όχι επειδή είναι πειστική, αλλά επειδή είναι χρήσιμη.

Όταν ένα πολιτικό πρόσωπο δεν περιμένει την τεκμηρίωση, αλλά σπεύδει να επενδύσει σε μια ιστορία επειδή ταιριάζει στις εμμονές του, τότε δεν αναζητεί την αλήθεια, αλλά αναζητεί επιβεβαίωση. Το ΑΛΜΑ επέλεξε να κρατήσει πολιτικά ανοιχτή μια υπόθεση που ήδη είχε αρχίσει να μπάζει νερά από παντού, μιλώντας για ανάγκη «πλήρους διερεύνησης» και αντιστρέφοντας τα πυρά σε όσους επεσήμαναν τα κενά. Με αυτό τον τρόπο, όμως, δεν υπερασπίζεται την κάθαρση, αλλά υπερασπίζεται το δικαίωμα στην ατεκμηρίωτη υποψία και στη λάσπη που για κάποιους έχει γίνει περίπου ιδεολογία.

Η πιο χαρακτηριστική κίνηση της εργαλειοποίησης της υπόθεσης «Σάντυ», είναι ότι μπροστά στο ξεδίπλωμα του τυχοδιωκτισμού του Οδυσσέα Μιχαηλίδη βρέθηκε στο στόχαστρο ο Δημήτρης Παπαδάκης. Η Εκτελεστική Γραμματεία του ΑΛΜΑ, τον έθεσε εκτός ψηφοδελτίου με αφορμή ισχυρισμούς του Μακάριου Δρουσιώτη για μηνύματα που φέρεται να είχε αποστείλει. Δηλαδή ένας άνθρωπος πολιτικά κάηκε επειδή κάποιοι έκριναν πως το κλίμα, οι υπαινιγμοί και η μυρωδιά σκανδάλου αρκούσαν για να ικανοποιήσουν τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη που βλέπει μπροστα΄του ως εφιάλτη του 8-0. Στη δημοκρατία, όμως, δεν μπορείς να αποκεφαλίζεις υποψηφίους με πρώτη ύλη φήμες, μηνύματα αμφίβολης αξιοπιστίας και την ψυχολογία του όχλου. Αυτό δεν είναι ηθική υπεροχή. Είναι πολιτικός κανιβαλισμός, το οποίο εφάρμοζε ο Οδυσσέας και ως Γενικός Ελεγκτής.

Αποκάλυψε ο επικεφαλής του ΑΛΜΑ ότι είχε μιλήσει για περίπου δύο ώρες με τον δημοσιογράφο Στέλιο Ορφανίδη στις 6 Απριλίου, πριν από τη συνεδρίαση για Παπαδάκη. Άρα δεν ήταν ένας αμέτοχος παρατηρητής που έπεσε από τα σύννεφα. Είχε εμπλακεί πολιτικά και αξιολογικά σε μια ιστορία που ήδη προκαλούσε σεισμό. Παρ’ όλα αυτά, αντί να επιδείξει τη στοιχειώδη φειδώ που απαιτεί μια τόσο σοβαρή υπόθεση, προτίμησε να τη διαβάσει μέσα από το γνωστό του πρίσμα. Διαφθορά παντού, κύκλωμα παντού, ικανοποίηση της εμμονής. Όταν έχεις μόνο αυτό το φίλτρο, στο τέλος κάθε ανόητη αφήγηση σου φαίνεται αληθινή και αν όχι αληθινή, τουλάχιστον χρήσιμη.

Το πρόβλημα, φυσικά, είναι βαθύτερο. Όποιος επενδύει πολιτικά σε διάτρητες «αποκαλύψεις» δεν τραυματίζει μόνο τους ανθρώπους που διασύρονται, υπονομεύει και την ίδια την έννοια της πραγματικής αποκάλυψης. Διότι όταν όλα βαφτίζονται σκάνδαλο, ο πολίτης παύει να ξεχωρίζει το πραγματικό από το κατασκευασμένο. Και όταν ένας επικεφανής κινήματος δείχνει πρόθυμος να αξιοποιήσει αυτό το θολό τοπίο για να συντηρήσει το προσωπικό του παραμύθι, τότε δεν έχουμε μεταρρυθμιστή. Έχουμε έναν άνθρωπο που ζητάει εκδίκηση από την πραγματικότητα επειδή δεν του έδωσε το τέλος που ήθελε.
Στην υπόθεση Σάντυ, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης δεν είδε απλώς μια βολική ευκαιρία, είδε τον μύθο που τον βολεύει περισσότερο από κάθε άλλη απόδειξη. Και όταν ένας πολιτικός αρχίζει να αγαπά τον μύθο περισσότερο από τα γεγονότα, γίνεται δημόσιος κίνδυνος.