Ορθοδοξία, Καθολικισμός και το στοίχημα του κοινού Πάσχα

Του Πατριάρχη

Η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη με τον Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν τυπική άσκηση θρησκευτικής διπλωματίας. Οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων χριστιανικών Εκκλησιών, προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανό τον διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο εορτασμού του Πάσχα σε κοινή ημερομηνία. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι δεν μιλάμε για εθιμοτυπία, αλλά για μια συνειδητή προσπάθεια προσέγγισης.

Το ερώτημα είναι γιατί τώρα. Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στα θεολογικά ζητήματα. Βρίσκεται και στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν σήμερα οι χριστιανοί. Σε πολλές περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, οι χριστιανικές κοινότητες πιέζονται ή διώκονται από ακραίες εκδοχές του πολιτικού ισλάμ. Την ίδια στιγμή, κυβερνήσεις που επενδύουν στον θρησκευτικό φανατισμό χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως εργαλείο επιρροής και καταπίεσης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, Ορθόδοξοι και Καθολικοί καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν την πολυτέλεια να εμφανίζονται διαιρεμένοι. Όταν υπάρχουν απειλές, η εικόνα δύο Εκκλησιών που δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε για την ημερομηνία της Ανάστασης, αποδυναμώνει συνολικά τη χριστιανική παρουσία. Η συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη απέδειξε ότι τουλάχιστον αναγνωρίζουν αυτή την ανάγκη.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Η Ρωσία προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να παρουσιάσει μια δική της εκδοχή της Ορθοδοξίας, ως «γνήσια» και να τη συνδέσει με την κρατική της πολιτική. Είναι αυτό που θεολογικά χαρακτηρίζεται ως εθνοφυλετισμός. Ο ρωσικός παρεμβατισμός σε εκκλησιαστικά ζητήματα, από την Ουκρανία μέχρι την Αφρική, δεν είναι θεωρία. Είναι πρακτική. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο το βιώνει και έχει κάθε λόγο να αναζητά στηρίγματα στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, ώστε να μην αφήσει τη Μόσχα να εμφανίζεται ως ο τάχα «προστάτης» της Ορθοδοξίας.

Γιατί όμως έχει τόση σημασία το κοινό Πάσχα; Στην πράξη, οι πιστοί διαπιστώνουν το εξής παράλογο. Οι μεν γιορτάζουν την Ανάσταση μια ημερομηνία, οι δε άλλη. Σε μικτές οικογένειες, σε χώρες όπου συνυπάρχουν διαφορετικές χριστιανικές παραδόσεις, ακόμα και στα Ιεροσόλυμα, αυτή η διχοτόμηση δημιουργεί σύγχυση. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος είχε θέσει ως αρχή το κοινό Πάσχα. Στην πορεία, η διαφοροποίηση του Ιουλιανού και του Γρηγοριανού ημερολογίου, οδήγησε στη σημερινή κατάσταση.

Ένα κοινό Πάσχα δεν θα λύσει όλα τα προβλήματα και δεν θα σβήσει διαφορές που συσσωρεύτηκαν επί αιώνες. Θα είναι όμως ένα σαφές μήνυμα ότι οι δύο Εκκλησίες μπορούν να κάνουν ένα πρακτικό βήμα, το οποίο καταλαβαίνουν όλοι οι πιστοί, χωρίς να αλλάζει το δόγμα καμίας πλευράς. Θα είναι επίσης ένα μήνυμα προς όσους επιτίθενται ή υποτιμούν τον χριστιανικό κόσμο, ότι υπάρχουν όρια στις εσωτερικές διαφωνίες όταν διακυβεύεται η επιβίωση κοινοτήτων.

Για την Ευρώπη, αλλά και για την περιοχή μας, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές χριστιανικές και μουσουλμανικές κοινότητες, μια τέτοια κίνηση θα ενισχύσει την εικόνα ενός χριστιανισμού που δεν αναλώνεται σε εσωτερικούς καυγάδες, αλλά προσπαθεί να έχει λόγο για ανθρώπινα δικαιώματα, θρησκευτικές ελευθερίες και ειρηνική συνύπαρξη. Αν οι Εκκλησίες μπορέσουν να συμφωνήσουν έστω στην ημερομηνία της Ανάστασης, θα έχουν κάνει ένα βήμα που δεν είναι μόνο συμβολικό, αλλά και ουσιαστικό.