Οι ευθύνες καίγονται μαζί με τους υπεύθυνους

Του Πατριάρχη
Η πύρινη τραγωδία που κατακαίει την επαρχία Λεμεσού, μετρά πλέον δύο νεκρούς, χιλιάδες καμένα τετραγωνικά χιλιόμετρα, περιουσίες που έγιναν στάχτη και ένα συλλογικό αίσθημα οργής και αδυναμίας. Το σκηνικό γνωστό. Όταν καθαρίσει ο καπνός, ξεκινά το εθνικό σπορ μετακύλισης ευθυνών. «Φταίει η κυβέρνηση», «φταίνε οι πυροσβέστες», «φταίει η κλιματική αλλαγή», «φταίει ο κόσμος που δεν έφυγε»… Και, φυσικά, όλοι έχουν από λίγο δίκιο και κανείς δεν έχει ολόκληρη την ευθύνη.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν μπορεί να αποποιηθεί των ευθυνών της. Ποιος ήταν αυτός που αποφάσισε να στείλει τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, στην Αυστραλία για να εκπροσωπήσει τον Πρόεδρο στις αντικατοχικές εκδηλώσεις της ομογένειας; Δεν γνώριζαν ότι είχε οριστεί ως συντονιστής για τις πυρκαγιές, από το Υπουργικό Συμβούλιο;
Το κράτος οφείλει να είναι προετοιμασμένο. Όχι όταν ξεσπά η φωτιά, αλλά πριν. Με εκστρατείες πρόληψης, καθαρισμούς δασών, σχέδια εκκένωσης, συντονισμό δυνάμεων, μέσα πυρόσβεσης και, κυρίως, με διαρκή εκπαίδευση του πληθυσμού. Δεν μπορεί να είναι η Πολιτική Άμυνα ένα υποστελεχωμένο γραφείο που ενεργοποιείται μία φορά το χρόνο με δραματικά δελτία τύπου.
Αλλά το να φορτωθεί όλη η καταστροφή στο «ανύπαρκτο κράτος» είναι βολικό και, ως συνήθως, ανεπαρκές. Η φωτιά δεν ξεκίνησε μόνη της. Ένας άνθρωπος την προκάλεσε. Από αμέλεια, απροσεξία ή από εγκληματικό εμπρησμό. Η ορεινή Λεμεσός δεν είναι εμπόλεμη ζώνη, αλλά κάηκε σαν να ήταν. Ποιος άναψε τη σπίθα; Πόσοι άφησαν ξερά χόρτα άκαυτα;
Πόσοι αρνούνται να συμμορφωθούν όταν τους καλούν σε εκκένωση, υπερασπίζοντας το σπίτι τους λες και θα σταματήσουν τη φωτιά με τα στήθη τους;
Οι δύο νεκροί δεν είναι αριθμοί. Είναι ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν γιατί βρέθηκαν τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο. Αλλά και γιατί –πιθανότατα– πίστεψαν πως μπορούν να προστατευθούν μόνοι τους. Όταν η Πολιτική Άμυνα δίνει εντολή εκκένωσης, δεν είναι μια ευγενική σύσταση. Είναι κραυγή κινδύνου. Κι όμως, κάποιοι μένουν πίσω, είτε από πείσμα είτε από φόβο.
Δεν μπορεί, επίσης, να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια χώρα που κάθε Ιούλιο «σοκάρεται» επειδή καίγεται. Η Κύπρος είναι μεσογειακό νησί, με παρατεταμένα καλοκαίρια, υψηλές θερμοκρασίες και μεγάλη έκθεση στον κίνδυνο πυρκαγιών. Δεν χρειαζόμαστε άλλο ένα πόρισμα. Χρειαζόμαστε κουλτούρα πρόληψης.
Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να βγει από τις στάχτες, είναι η συνείδηση πως δεν ζούμε μόνοι μας. Ούτε το κράτος είναι μια ξένη δύναμη που «πρέπει να μας σώσει». Είμαστε και εμείς μέρος της λύσης ή της καταστροφής. Οι φωτιές δεν είναι ακραία φυσικά φαινόμενα. Είναι το αποτέλεσμα μιας χρόνιας αμέλειας, συλλογικής και ατομικής.
Αν δεν αλλάξει τίποτα, τότε το επόμενο καλοκαίρι, σε άλλο βουνό, σε άλλο χωριό, θα γράψουμε πάλι το ίδιο κείμενο. Με άλλους αριθμούς, αλλά με τα ίδια λάθη. Και με τις ίδιες στάχτες να καλύπτουν τα λάθη που καίνε κάθε χρόνο λίγο πιο κοντά μας.