Του Πατριάρχη
Υπάρχουν στιγμές που η δημόσια ζωή παύει να είναι απλώς προβληματική και καταντά άσκηση συλλογικής απώλειας επαφής με τη λογική.
Η υπόθεση της «Σάντη» έχει φτάσει ακριβώς εκεί. Όσα παρουσιάστηκαν ως «στοιχεία» άρχισαν ένα ένα να καταρρέουν. Φωτογραφίες που αποδείχθηκαν copy – paste από το διαδίκτυο, στημένα screenshots που δεν τεκμηριώνουν τίποτε, και εξωφρενικοί ισχυρισμοί, για Ροδόσταυρους, για βιασμούς για παιδεραστίες, για εξώγαμα, που όχι μόνο δεν αποδείχθηκαν, αλλά έσκασαν σαν σαπουνόφουσκες στην εξέλιξη της έρευνας. Ακόμη και ο ίδιος ο Μακάριος Δρουσιώτης αναγνώρισε δημόσια ότι φωτογραφίες που παρουσίασε ως τεκμήρια ήταν προϊόν αναδημοσίευσης από το διαδίκτυο, ενώ δεν υπάρχει ίχνος αλήθειας στους αρχικούς ισχυρισμούς περί παιδεραστίας.
Και όμως, μέσα σε αυτό το ναυάγιο αξιοπιστίας, επιμένουν κάποιοι πως η γνησιότητα των στοιχείων δεν έχει και τόση σημασία και ότι πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις πλαστογραφίες, τις κατασκευασμένες εικόνες και τις ασυναρτησίες και να ψάξουμε την «ουσία». Μιλάμε για άποψη που αγγίζει σχεδόν το μεταφυσικό. Με αυτή τη λογική, οποιοσδήποτε μπορεί να σκαρφίζεται μια ιστορία με ψεύτικα τεκμήρια, να τη ρίχνει στο διαδίκτυο σαν δόλωμα για να προκαλέσει συγκίνηση και οργή και μετά να απαιτεί κρατική εισβολή στις ζωές ανθρώπων επειδή, κάπου, ίσως, μπορεί να υπάρχει ένας κόκκος αλήθειας. Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου. Είναι φαρσοκωμωδία.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η απαίτηση να γίνουν έρευνες σε σπίτια ανθρώπων όπως ο Μιχαλάκης Χριστοδούλου, ο Δημήτρης Παπαδάκης, ο Μύρωνας Νικολάτος, ο Πόλυς Πολυβίου… και όποιος άλλος βρεθεί στο στόχαστρο μιας ιστορίας που έχει ήδη καταρρεύσει από το πέλαγος των ψεμάτων.
Δηλαδή τι ακριβώς μας λένε; Ότι αν κάποιος γράψει πέντε ανοησίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν προσθέσει μερικές ψεύτικες φωτογραφίες και λίγη διαδικτυακή λάσπη, η Αστυνομία οφείλει να μπουκάρει στα σπίτια πολιτών για να δείξει ότι «κάτι κάνει»; Αν αυτό γίνει αποδεκτό ως κανονικότητα, αύριο δεν θα υπάρχει ούτε ιδιωτική ζωή ούτε στοιχειώδης προστασία από τη συκοφαντία. Θα υπάρχει μόνο το δίκαιο του πιο ακραίου ψεύτη.
Σε αυτή την εκτροπή έχουν σοβαρότατη ευθύνη και πολιτικοί σχηματισμοί που φλερτάρουν με τον παραλογισμό αντί να τον απομονώνουν. Το ΑΛΜΑ παρενέβη δημοσίως ζητώντας απαντήσεις και πολιτική πίεση γύρω από την υπόθεση, καρατομώντας τον Δημήτρη Παπαδάκη, ενώ το Volt και άλλες δυνάμεις αντιμετώπισαν το θέμα με μια ελαφρότητα που αγγίζει τα όρια του «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» και τρέχουμε ανέμελοι στα λιβάδια της παράνοιας.
Την ώρα που τα υποτιθέμενα τεκμήρια ξεφουσκώνουν, εκείνοι συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να έχουν μπροστά τους αδιάσειστο υλικό και όχι ένα πέλαγος με αντιφάσεις, τρύπες και εκκωφαντικές σκιές.
Η κάθαρση δεν υπηρετείται με ψευδολογία. Όταν τα fake στοιχεία αντιμετωπίζονται ως λεπτομέρεια, όταν η συκοφαντία βαφτίζεται λόγος για εφόδους σε σπίτια θυμάτων ψευδολογίας και όταν κόμματα παριστάνουν τους πρόθυμους χειροκροτητές, τότε δεν έχουμε απλώς κρίση σοβαρότητας. Έχουμε την παρτιτούρα της Ωδής στην παράνοια με μαέστρο αυτόν ή αυτούς που κρύβονται πίσω από κάποια «Σάντη».

























