Του Πατριάρχη
Η απόφαση του Εφετείου να ακυρώσει την αθωωτική ετυμηγορία για τον Μητροπολίτη Μόρφου και να διατάξει την επανεκδίκαση υπόθεσης που αφορούσε παραβίαση των μέτρων κατά την περίοδο της πανδημίας, αποτελεί μια ηχηρή υπενθύμιση πως η ισονομία δεν είναι έννοια υπό διαπραγμάτευση. Στην Κύπρο, όπου συχνά η θεσμική σοβαρότητα δοκιμάζεται από το βάρος των παραδόσεων ή την επιρροή προσωπικοτήτων με δημόσιο λόγο, η Δικαιοσύνη οφείλει να στέκεται όρθια, χωρίς να υποκλίνεται σε σχήματα και τίτλους. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν σέβεται τα σχήματα και τους τίτλους. Το πρωτόδικο δικαστήριο, στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, φάνηκε να δείχνει μια επικίνδυνη ανοχή, λες και ο Νόμος περί Λοιμοκαθάρσεως είχε εξαιρέσεις για όσους επικαλούνται το Θείο Θέλημα.
Είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε πως κανείς δεν κρίνει την πίστη ή το δικαίωμα του καθενός να λατρεύει τα Θεία, όμως, η Πολιτεία έχει τους δικούς της κανόνες, οι οποίοι λειτουργούν για την προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας υγείας. Όταν ο Μητροπολίτης Νεόφυτος καλούσε τους πιστούς σε αγιασμό υδάτων, την ώρα που η κοινωνία βρισκόταν σε έναν πρωτοφανή περιορισμό για να αναχαιτιστεί ένας αόρατος εχθρός, δεν ασκούσε απλώς τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Αμφισβητούσε την κοσμική εξουσία και την επιστημονική λογική, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία των ίδιων των πιστών. Το πρωτόδικο δικαστήριο, απαλλάσσοντάς τον, δημιούργησε την αίσθηση πως υπάρχουν πολίτες δύο ταχυτήτων, εκείνοι που οφείλουν να υπακούν και εκείνοι που μπορούν να ερμηνεύουν τον νόμο κατά το δοκούν, οχυρωμένοι πίσω από το ράσο τους.
Η παρέμβαση του Εφετείου διορθώνει μια στρέβλωση που άγγιζε τα όρια του παραλογισμού.
Ο Μητροπολίτης μπορεί να επικαλείται τη συνείδησή του, την αποστολή του, ακόμη και το Ευαγγέλιο, όπως ήδη έπραξε δημόσια. Αυτό είναι δικό του δικαίωμα. Η Πολιτεία όμως δεν δικάζει με όρους δογματικής πίστης, ούτε απονέμει δικαιοσύνη με αναφορά στο ποιος φορά ράσο, ποιος έχει ακροατήριο και ποιος μπορεί να κινητοποιεί μάζες με κηρύγματα στο YouTube. Η Πολιτεία έχει νόμους και οι νόμοι έχουν νόημα μόνον όταν εφαρμόζονται και στους ισχυρούς, όχι μόνο στους ανώνυμους πολίτες που πλήρωναν πρόστιμα, έμεναν σπίτια τους και αποχαιρετούσαν νεκρούς από απόσταση. Η πανδημία είχε πολλά παράλογα, πολλές υπερβολές και αρκετές αστοχίες. Δεν είχε όμως δύο κατηγορίες υπηκόων, τους κοινούς θνητούς και τους εξ αποκαλύψεως εξαιρούμενους.
Ο Μητροπολίτης Μόρφου, με τον συχνά περίεργο και αντιεπιστημονικό του λόγο, δοκίμασε τις αντοχές του κράτους δικαίου. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή ή η δικαστική αφέλεια, αλλά η αυστηρή προσήλωση στα γράμμα και το πνεύμα των νόμων.
Δεν είναι ζήτημα εκδίκησης, αλλά τάξης. Η επανεκδίκαση προσφέρει την ευκαιρία να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του πολίτη προς τους θεσμούς. Στην Ευρώπη του 21ου αιώνα, η επίκληση μεταφυσικών αιτιών για την παραβίαση διαταγμάτων που αφορούν τη ζωή και τον θάνατο, δεν μπορεί να αποτελεί υπερασπιστική γραμμή. Η Εκκλησία οφείλει να κατανοήσει πως η πνευματική της αποστολή δεν την θέτει υπεράνω του Συντάγματος. Η απόφαση του Εφετείου στέλνει το μήνυμα πως η τυφλή δικαιοσύνη δεν πρέπει να είναι και κουφή στις ανάγκες της κοινωνικής συνοχής.

























