Ο νόμος δεν έχει σχέση με τη θέση του καθενός στο κάδρο

Του Πατριάρχη

Η μεγαλύτερη δοκιμασία για όσους υπηρετούν τη Δημοκρατία (ως πολίτευμα) είναι να αποδείξουν πως σέβονται τον νόμο ακόμη κι όταν τους αφορά και τους στριμώχνει. Και αυτό, γιατί το Κράτος Δικαίου δεν είναι αλεξίσφαιρο γιλέκο που το φοράς μόνο όταν πυροβολούν οι άλλοι. Είναι ένα καθημερινό ρούχο, που το φοράς, είτε σε κολακεύει είτε σε εκθέτει.

Ο απολυθείς, για ανάρμοστη συμπεριφορά, Γενικός Ελεγκτής και σήμερα «Άλτης», χωρίς καταγεγραμμένες επιδόσεις στο άθλημα, ήταν για μια δεκαετία, ο πλέον πιο αυστηρός κήρυκας διαφάνειας, ή έτσι τουλάχιστον προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό του. Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του, έλεγχε κρεβατοκάμαρες Προέδρων, σάρκαζε υπουργούς, άδειαζε δημάρχους, εξευτέλιζε δημόσιες υπηρεσίες και δημόσιους υπαλλήλους…
Όμως, ακόμα και τότε, η αυστηρότητα του είχε διαβαθμίσεις. Ήταν εξόχως επιλεκτική και ενίοτε ύποπτη.

Υπήρχαν πρόσωπα, που για ανεξήγητους (ή καλύτερα, πολύ εξηγήσιμους) λόγους έμεναν στο απυρόβλητο των ερευνών του.

Η πιο κραυγαλέα περίπτωση ήταν αυτή του φίλου του τέως Γενικού Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη. Όταν ο Κ. Κληρίδης έσβηνε λαπόρτα φίλων του, προσλάμβανε στη Νομική Υπηρεσία τα παιδιά των εισαγγελέων και διέθετε εκατομμύρια ευρώ για έρευνες, που αφορούσαν την κατάρρευση της Οικονομίας, αποτυγχάνοντας παταγωδώς, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, δεν έβρισκε μισή λέξη για να ασκήσει κριτική ή τον «ελεγκτικό του ρόλο», όπως του άρεσε να ονομάζει την επιλεκτική ενασχόληση με υποθέσεις που αφορούσαν το δημόσιο χρήμα.

Τότε ως Γενικός Ελεγκτής δεν φάνηκε να βλέπει τίποτα. Εκεί δεν υπήρχε υποψία «σύγκρουσης συμφέροντος», ούτε «δημόσιο συμφέρον». Υπήρχε σιωπή. Όπως και σε άλλες υποθέσεις που θα μπορούσαν να αγγίξουν τον δικό του μικρό «κύκλο εμπιστοσύνης».
Σήμερα, από τη θέση του κομματάρχη, εμφανίζεται να επικαλείται τους θεσμούς και την έννομη τάξη που τόσο επιλεκτικά υπηρέτησε. Μόνο που αυτή τη φορά, οι κανόνες εφαρμόζονται σε αυτόν. Και ξαφνικά, το σπαθί που άλλοτε έσφαζε, έχει μετατραπεί σε γκρίνια και ακόμη μία θεωρία καταδίωξης. Δεν δέχεται τον έλεγχο, δεν αποδέχεται τις διαδικασίες, φαντάζεται σκευωρίες και είναι σίγουρος πως το σύμπαν συνωμοτεί για να πλήξει το δυσθεώρητο πολιτικό του ανάστημα.

Όμως δεν γίνεται να καταγγέλλεις τη διαπλοκή και ταυτόχρονα να αμφισβητείς κάθε θεσμικό αντίβαρο όταν δεν σε βολεύει. Δεν μπορείς να ζητάς διαφάνεια για τους άλλους και ασυλία για τον εαυτό σου. Αν ο νόμος δεν ισχύει και για σένα, τότε δεν είναι νόμος, είναι εργαλείο και τότε δεν μιλάμε για Κράτος Δικαίου, αλλά για θέατρο ελέγχου, με εσένα σκηνοθέτη και κριτικό «τέχνης».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, διαφωνεί με τον χειρισμό μιας υπόθεσης που τον αφορά. Είναι ότι προσπαθεί να απαξιώσει αυτή τη διαδικασία και να σπιλώσει όποιον εφαρμόζει το νόμο ή νομίζει πως μετέχει στην εφαρμογή του νόμου.
Επιχειρεί να απονομιμοποιήσει θεσμούς που ο ίδιος εκπροσωπούσε και μάλιστα με τον μανδύα της «δικαιοσύνης». Μα η αληθινή δικαιοσύνη είναι σταθερή, δεν μετακινείται ανάλογα με τη θέση του καθενός στο κάδρο.

Στο τέλος της ημέρας, δεν κρινόμαστε από αυτά που λέμε για τους άλλους, αλλά από αυτά που δεχόμαστε για τον εαυτό μας. Κι εκεί, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, απέτυχε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων που ο ίδιος επέβαλε επί χρόνια σε όλους τους υπόλοιπους.