Του Πατριάρχη
Η επικείμενη συνάντηση Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα δεν είναι απλώς μια συζήτηση για την Ουκρανία. Είναι μια πολιτική παρωδία, την οποία κάποιοι θα ήθελαν να βαπτίσουν ως «διπλωματική επίλυση» του προβλήματος που έχει δημιουργήσει η ρωσική εισβολή.
Ο Τραμπ, σε μια κίνηση απόλυτης γεωπολιτικής αλαζονείας, φαντάζεται ότι η συνάντηση αυτή μπορεί να αποτελέσει το εισιτήριό του για το Νόμπελ Ειρήνης. Ενώ όμως εκείνος ονειρεύεται τρόπαια και πολιτικά μεγαλεία, ο πραγματικός κόσμος του πολέμου στην Ουκρανία και η μοίρα των Ουκρανών παραμένουν εκτός των σχεδίων του.
Το να συζητάς για την τύχη της Ουκρανίας χωρίς την ίδια την Ουκρανία στο τραπέζι, είναι αστείο και επικίνδυνο. Καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει αν σε αυτή δεν συμμετέχουν οι Ουκρανοί. Και εδώ είναι που οι χειρισμοί του Τραμπ υπονομεύουν κάθε έννοια διαπραγμάτευσης. Ουσιαστικά, η συνάντηση αυτή φέρνει στο προσκήνιο την αποδοχή τετελεσμένων που επιβάλει η Ρωσία, χωρίς να αναγνωρίζει την εθνική κυριαρχία της Ουκρανίας και την ασφάλεια της Ευρώπης. Κάτι τέτοιο, αν μεταφερθεί σε ένα άλλο γεωπολιτικό πλαίσιο, μοιάζει με την εικόνα ενός Τραμπ και του Ερντογάν να διαπραγματεύονται το Κυπριακό, χωρίς τη συμμετοχή της Κύπρου. Αδιανόητο, έτσι δεν είναι; Το ίδιο αδιανόητο είναι και για την Ουκρανία
Αυτό που πραγματικά συμβαίνει εδώ είναι η ικανοποίηση του ναρκισσισμού του Τραμπ, ο οποίος νομίζει ότι με μια συμφωνία που θα επιτρέψει στον Πούτιν να ξεφύγει από τη διεθνή απομόνωση, θα κερδίσει την πολιτική αναγνώριση που τόσο επιθυμεί. Αν και φαίνεται να αποτυγχάνει να κατανοήσει τις πραγματικές ανάγκες της Ουκρανίας, ο Τραμπ μετράει την πολιτική στη ζυγαριά του προσωπικού του και της επιθυμίας του να αναδειχθεί σε σωτήρα της διεθνούς σκηνής.
Ίσως, μέσα στη ματαιοδοξία του για να κλείσει μια «σπουδαία συμφωνία», να ξεχνάει πως την ίδια στιγμή ενισχύει τη Ρωσία και την αποσταθεροποίηση στην περιοχή.
Το Ουκρανικό ζήτημα δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Είναι ζήτημα ασφάλειας για ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ρωσία δεν είναι μια απομονωμένη χώρα που μπορεί να λύσει μόνη της τα προβλήματά της σε βάρος των άλλων. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, έχουν ήδη αντιδράσει στις πρωτοβουλίες Τραμπ, δείχνοντας την ανάγκη για τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα για την ασφάλεια της Ευρώπης.
Η ΕΕ και οι σύμμαχοι της Ουκρανίας δεν μπορούν να αφήσουν τον Τραμπ να παίζει μόνος του με τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων, την ίδια στιγμή που η Ρωσία έχει μετατραπεί σε ναζιστική Γερμανία της δεκαετίας του 1930.
Η ιδέα ότι η Ουκρανία μπορεί να παραχωρήσει εδάφη είναι όχι μόνο αδιανόητη, αλλά και συνταγματικά αδύνατη. Το Σύνταγμα της Ουκρανίας απαγορεύει τέτοιες παραχωρήσεις, αλλά πιο σημαντικό είναι ότι η ηθική της Ουκρανίας και το μέλλον της, δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Να παραδώσει εδάφη η Ουκρανία δεν είναι μια επιλογή που μπορεί να σταθεί ούτε στο νομικό πλαίσιο της χώρας ούτε στο πνεύμα της αντίστασης του λαού της.
Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Πούτιν συνεχίζει να απαιτεί την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από περιοχές που δεν έχει καταλάβει μετά από 3,5 χρόνια πολέμου, αποτελεί μια κίνηση που κανείς δεν μπορεί να πάρει σοβαρά. Αυτές οι περιοχές έχουν σημαντική αμυντική υποδομή και η οποιαδήποτε παράδοση θα επιτρέψει στη Ρωσία να επεκταθεί ευκολότερα και να προκαλέσει ακόμη περισσότερη καταστροφή. Η Ρωσία έχει ήδη προκαλέσει τεράστια ανθρωπιστική και υλική καταστροφή στην Ουκρανία, και η επιθυμία να συνεχιστεί αυτή η σφαγή είναι κάτι που δεν πρέπει να επιτραπεί.
Η μόνη λύση για το Ουκρανικό είναι η συνέχιση της πίεσης στη Ρωσία. Οι κυρώσεις και η στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία πρέπει να συνεχιστούν, και η Ρωσία δεν πρέπει να νιώθει ότι έχει τη δυνατότητα να εκβιάσει κανέναν. Ο Τραμπ, εν τέλει, δεν μπορεί να αποφασίζει για την τύχη της Ουκρανίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει πρώτα τη συμμετοχή των Ουκρανών. Δεν μπορεί να αποφασίζει για την ασφάλεια της Ευρώπης χωρίς τους Ευρωπαίους.
Ότι λοιπόν και αν συμφωνήσουν Τραμπ και Πούτιν δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε φιάσκο και σε νέα αιματοχυσία η οποία θα είναι χειρότερη από αυτή που ξεκίνησε το 2022.

























