Του Πατριάρχη
Η έρευνα στο σπίτι και στο γραφείο του Νίκου Κληρίδη, που έγινε τα ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου στο πλαίσιο της υπόθεσης «Σάντη», προκάλεσε εύλογη καχυποψία και οργή. Το ένταλμα εκτελέστηκε σε χρόνο που από μόνος του γεννά ερωτήματα, ενώ οι αντιδράσεις επικεντρώθηκαν ακριβώς στον χειρισμό, στον χρόνο και στην εικόνα ερασιτεχνισμού που εξέπεμψαν οι Αρχές.
Μέχρι εδώ, η δυσπιστία της κοινής γνώμης είναι απολύτως κατανοητή. Όταν η Αστυνομία θυμάται χαράματα Μεγάλου Σαββάτου ότι πρέπει να ψάξει για υλικό που, αν ήταν τόσο κρίσιμο, θα μπορούσε να αναζητηθεί πολύ νωρίτερα ή και λίγες ημέρες αργότερα με πιο πειστικό τρόπο, τότε η ίδια υπονομεύει την αξιοπιστία της έρευνάς της. Σε μια τόσο ευαίσθητη υπόθεση δεν αρκεί να ενεργείς, πρέπει και να πείθεις ότι ενεργείς σωστά. Εδώ απέτυχε με αυτογκόλ, λες και είχε αναλάβει τη διαδικασία το Κλιμάκιο Πανικού του Αρχηγείου της «Μεγάλης των Μπάτσων Σχολής»
Από αυτό το σημείο όμως μέχρι τις κραυγές του τύπου «γιατί δεν συνέλαβαν όσους καταγγέλλονται», η απόσταση είναι τεράστια και επικίνδυνη. Η Αστυνομία δεν μπορεί να λειτουργεί με καφενειακή λογική, ούτε με διαδικτυακή υστερία, ούτε με τη μέθοδο «είπε κάποιος κάτι, μαντρώστε τους όλους και βλέπουμε». Οι συλλήψεις δεν είναι βραβείο ταχύτητας για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα. Χρειάζονται μαρτυρία, τεκμήρια, εύλογη υποψία και στοιχειώδη έλεγχο αξιοπιστίας του υλικού.
Το ίδιο ισχύει και για την ανοησία με τα παιδιά της «Σάντυς» και την απαίτηση για εξέταση DNA. Για να γίνει εξέταση, πρέπει πρώτα να υπάρχουν παιδιά και από όσο γνωρίζω τέτοιο δεδομένο δεν έχει τεκμηριωθεί. Άρα δεν μιλάμε για έρευνα, αλλά για φαντασιοπληξία. Η ποινική διαδικασία δεν είναι αστυνομικό σίριαλ στο οποίος κάποιος προτείνει εξέταση DNA και όλοι εκστασιασμένοι σκέφτονται πως και σκέφτηκε κάτι τόσο έξυπνο;
Αντίστοιχα, η απαίτηση να κατασχεθούν κινητά τηλέφωνα δικαστών, τρίτων προσώπων και «όλων των άλλων» μόνο και μόνο επειδή εμφανίζονται σε μηνύματα αμφίβολης γνησιότητας, είναι συνταγή θεσμικής εκτροπής. Για να φτάσεις σε τέτοια μέτρα, πρέπει πρώτα να έχει προηγηθεί σοβαρή τεκμηρίωση και όχι να βάζεις την άμαξα πριν από το άλογο, επειδή στο διαδίκτυο κάποιοι διψούν για χειροπέδες.
Η σωστή σειρά είναι μία. Πρώτα εξετάζεται αν οι καταγγελίες στέκουν, αν το υλικό είναι γνήσιο, αν οι ισχυρισμοί έχουν υπόσταση και μετά, αναλόγως των ευρημάτων, προχωρούν οι διωκτικές Αρχές στα επόμενα βήματα. Αυτό λέγεται κράτος δικαίου, ενώ το άλλο, όπου αρκεί μια καταγγελία, μερικά στιγμιότυπα οθόνης και μια δόση συλλογικής παράνοιας για να αρχίσουν συλλήψεις και κατασχέσεις επί δικαίων και αδίκων, λέγεται ζούγκλα.
Η Αστυνομία οφείλει να σοβαρευτεί. Το ίδιο όμως οφείλει να κάνει και η κοινωνία, γιατί αν αύριο ο καθένας μπορεί να διασύρει τον οποιονδήποτε και να απαιτεί τη φυλάκισή του πριν αποδειχθεί το παραμικρό, τότε δεν θα έχουμε απονομή δικαιοσύνης, αλλά λαϊκά δικαστήρια στην πιο αισχρή μορφή τους.

























