Του Πατριάρχη
Παλιά, χρειαζόταν να μείνεις πολλά μερόνυχτα άγρυπνος, να διαβάσεις, να σπουδάσεις, να δώσεις εξετάσεις, να ματώσεις τα δάχτυλα σου στην γραφομηχανή (ήρθε μετά ο υπολογιστής), να λιώσεις από τη ζέστη ή να παγώσεις από το κρύο κυνηγώντας μια είδηση, μια δήλωση, μια πληροφορία, να γράψεις πολλά χιλιόμετρα ρεπορτάζ… για να τολμήσεις να πεις πως έγινες δημοσιογράφος.
Σήμερα αρκεί ένα smartphone, ένας ή πολλοί λογαριασμοί στα social media και δύο-τρία πληρωμένα emoji θυμού… και αυτομάτως αναγορεύεσαι «καθηγητής δημοσιογραφίας», χωρίς εξετάσεις, χωρίς δίδακτρα, χωρίς καν τη στοιχειώδη ορθογραφία. Έτσι γεννήθηκε μια νέα πανεπιστημιακή Σχολή. Το Πανεπιστήμιο του Facebook, Τμήμα Κακεντρεχούς Σχολιασμού, κατεύθυνση «πώς να απαξιώνετε ανθρώπους χωρίς να κουνηθείτε απ’ τον καναπέ».
Ο πρώτος κανόνας του ιδρύματος είναι απλός. Αν διαφωνείς με άρθρο ή ρεπορτάζ, βαφτίζεις τον ρεπόρτερ «δημοσιογραφίσκο». Αν το κείμενο σε πονάει, τον στέλνεις στο πυρ το εξώτερον ως «παπαγαλάκι» μεγάλων συμφερόντων. Ενίοτε τον βαφτίζεις «πουλημένο» και άνθρωπο για τον οποίο πονάνε τα πορτοφόλια των σκοτεινών κέντρων που τον χρηματοδοτούν για να κρύψει την αλήθεια, όπως ότι η γη είναι επίπεδη.
Κάπως έτσι, με πέντε λέξεις (δεν ξέρουν περισσότερες οι ξερόλες του Facebook) και μηδέν επιχειρήματα, στήνεται η κρεατομηχανή της απαξίωσης. Δευτερεύουσα λεπτομέρεια; Κανείς δεν ξέρει ποιος κρύβεται πίσω από το προφίλ του «προφέσορα». Μπορεί να είναι το λαμόγιο που αποφυλακίστηκε για απάτη, μπορεί να είναι ο πολιτικός που πιάστηκε με τη γίδα στη πλάτη, ή ο δημόσιος υπάλληλος που υπερασπίζεται το δικαίωμα σε ένα μήνα άδεια ασθενείας το χρόνο. Ίσως να ’ναι κι η γιαγιά, που βρήκε ανοιχτό Wi Fi και γράφει Greeklish.
Αυτό τον υπέροχο θίασο τον συγκροτούν ετερόκλητα ταλέντα. Ο μηχανικός αυτοκινήτων που διάβασε τίτλο σε ειδησεογραφικό site κι αποφάσισε ότι κατέχει το διεθνές ρεπορτάζ, η νοικοκυρά που στοχάζεται την ελευθεροτυπία μεταξύ σούπερ μάρκετ και ντεκαπάζ, ο γεωργός που καθίσταται, εμπειρογνώμονας των fake news καθώς ψεκάζει τα ζαρζαβατικά και ξέρει ποια πηγή «τα παίρνει» από ποιον. Όλοι έχουν κοινό παρονομαστή: γράφουν με οίστρο, συχνά ανορθόγραφα («Afti dhen einai dimosiografia re lamogio…») και απαιτούν επανάληψη δημοσιογραφικού σεμιναρίου, ει δυνατόν δωρεάν, τούτη τη φορά όμως για… τους επαγγελματίες.
Η κατάσταση θα ’ταν κωμική αν δεν γινόταν εκνευριστική. Γιατί όταν κάθε τυχαίος βαφτίζει τον δημοσιογράφο «εχθρό της αλήθειας», η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε λαϊκό δικαστήριο χωρίς στοιχεία, χωρίς δικάσιμο και χωρίς μάρτυρες, μόνο με θανατικές ποινές χαρακτήρα.
Το παράδοξο; Κανείς απ’ αυτούς τους αυστηρούς κριτές δεν θα δεχόταν αντίστοιχη κριτική για τη δική του δουλειά. Δοκιμάστε να πείτε στον μηχανικό ότι «δεν είναι μηχανική αυτή, ρε μάστορα». Θα σηκωθεί το γαλλικό κλειδί.
Κι όμως, υπάρχει φως. Οι πραγματικοί αναγνώστες – εκείνοι που νοιάζονται για το γεγονός κι όχι για το που έκανε ντεκαπάζ η κάθε socialite, ξέρουν να ξεχωρίζουν το ρεπορτάζ από το κουτσομπολιό. Ξέρουν πως, ναι, ο δημοσιογράφος κάνει λάθη, αλλά τα υπογράφει και εκτίθεται καθημερινώς.
Ξέρουν επίσης ότι η ελευθερία του Τύπου δεν μετριέται με likes, αλλά με το δικαίωμα να εκτεθείς γράφοντας το όνομά σου κάτω από κάθε λέξη.
Οπότε, ας τους αφήσουμε να μοιράζουν βαθμούς καθηγητή της καφετέριας. Εμείς θα συνεχίσουμε να ρωτάμε, να διασταυρώνουμε, να γράφουμε και – πρώτα ο Θεός και τα trolls – να υπογράφουμε. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, εμείς πρέπει να βγάλουμε την είδηση και οι άλλοι τα απωθημένα τους.

























