Του Πατριάρχη
Η Τουρκία, με το ένα πόδι στην Ανατολή και το άλλο στη Δύση, παραμένει ένας γρίφος για τη διεθνή κοινότητα. Πώς γίνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, που διακηρύσσει τις αξίες της δημοκρατίας και του διεθνούς δικαίου, να επιδεικνύει ανοχή σε μια χώρα που κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος στην Κύπρο από το 1974; Πώς η ίδια Τουρκία, με έναν αυταρχικό ηγέτη στο τιμόνι, προβάλλεται ως μεσολαβητής σε ειρηνευτικές συνομιλίες, όπως αυτές μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας; Η απάντηση κρύβεται στη σκληρή πραγματικότητα της γεωπολιτικής.
Η κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία, μετά την εισβολή του ’74, αποτελεί ανοιχτή πληγή για την ΕΕ. Παρά τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και τις καταδίκες, η Άγκυρα όχι μόνο δεν αποχωρεί, αλλά προωθεί τη διχοτόμηση, με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» να αμφισβητεί ακόμη και την κυριαρχία άλλων κρατών-μελών, όπως η Ελλάδα. Ωστόσο, η ΕΕ αποφεύγει τις κυρώσεις, περιοριζόμενη σε χλιαρές δηλώσεις. Γιατί; Η Τουρκία είναι πολύτιμος παίκτης. Ως μέλος του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου, πύλη για τη Μαύρη Θάλασσα. Η γεωστρατηγική της θέση την καθιστά ανάχωμα στη ρωσική επιρροή και κόμβο για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Επιπλέον, η συμφωνία του 2016 για το προσφυγικό δίνει στην Άγκυρα μοχλό πίεσης. Εκατομμύρια πρόσφυγες μπορούν να «πλημμυρίσουν» την Ευρώπη, αν ο Ερντογάν το αποφασίσει.
Η επιλογή της Τουρκίας ως τόπου φιλοξενίας των ειρηνευτικών συνομιλιών Ρωσίας-Ουκρανίας φαντάζει ειρωνική, δεδομένου του ιστορικού της. Όπως η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, έτσι και η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο. Όπως ο Πούτιν, έτσι και ο Ερντογάν διοικεί με αυταρχισμό, φιμώνοντας την αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ. Κι όμως, η Κωνσταντινούπολη επιλέχθηκε το 2022 και προτείνεται ξανά το 2025 για διαπραγματεύσεις. Ο λόγος; Η Τουρκία ισορροπεί επιδέξια μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Μόσχα, ενώ παραμένει σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται αυτή τη διπλωματική «σχιζοφρένεια», παρουσιάζοντας την Τουρκία ως ουδέτερο μεσολαβητή, ικανό να φέρει στο ίδιο τραπέζι αντιμαχόμενες πλευρές.
Η ανοχή της ΕΕ, όμως, έχει κόστος. Υπονομεύει την αξιοπιστία της, ενώ ενθαρρύνει την τουρκική προκλητικότητα. Οι ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, που προωθούν εμπορικά συμφέροντα με την Τουρκία, συχνά παραβλέπουν τις αρχές της ΕΕ. Η Κύπρος, μέλος της Ένωσης, μένει στο περιθώριο, με την κατοχή να «νομιμοποιείται» de facto. Η διεθνής κοινότητα, αντί να απαιτήσει λογοδοσία, επιλέγει τη σιωπή, φοβούμενη τις συνέπειες μιας ρήξης με την Άγκυρα.
Η Τουρκία του Ερντογάν ξέρει να παίζει το παιχνίδι. Εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της ΕΕ και τις διεθνείς κρίσεις για να ενισχύσει τη θέση της. Όσο η Ευρώπη διστάζει, η κατοχή στην Κύπρο συνεχίζεται και η Άγκυρα χτίζει την εικόνα του «ειρηνοποιού». Το ερώτημα παραμένει. Πότε θα βρει η ΕΕ το σθένος να υπερασπιστεί τις αξίες της;

























