Η πιο επικίνδυνη ρωγμή δεν είναι η καταγγελία αλλά η δυσπιστία

Του Πατριάρχη

Δεν θα μπω στην ουσία των ισχυρισμών του Μακάριου Δρουσιώτη, οι οποίοι φαίνεται να μπάζουν. Αυτή είναι υπόθεση που πρέπει να εξεταστεί με σοβαρότητα, ψυχραιμία και αποδείξεις, όχι με κραυγές, υποβολιμαίες βεβαιότητες και λαϊκά δικαστήρια του πληκτρολογίου. Πιθανότατα ο Μακάριος να έπεσε θύμα παραπληροφόρησης, αλλά αυτό δεν διαγράφει την ευθύνη του για εξαντλητική έρευνα και τεκμηρίωση πριν την δημοσιοποίηση.

Εκείνο που αξίζει να σταθεί κανείς είναι αλλού. Στο γιατί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι έτοιμο, σχεδόν από ένστικτο πια, να πιστέψει ότι η Αστυνομία, η Νομική Υπηρεσία και η Δικαιοσύνη είτε δεν θέλουν λόγω διαφθοράς είτε δεν μπορούν λόγω ανικανότητας, να φτάσουν στην αλήθεια.

Αυτό δεν προέκυψε τυχαία. Δεν είναι προϊόν συλλογικής παράκρουσης, ούτε απλώς αποτέλεσμα υπερβολής ή κακής διάθεσης. Το ίδιο το σύστημα έχει βαρύτατη ευθύνη για την απαξίωση που το συνοδεύει. Όταν για χρόνια υπήρξαν περιπτώσεις διεφθαρμένων αστυνομικών που αντί να αποβληθούν και να τιμωρηθούν όπως άρμοζε, βρήκαν προστασία, κάλυψη ή και επιβράβευση, ποιος ακριβώς περίμενε ότι ο πολίτης θα συνεχίσει να δείχνει εμπιστοσύνη; Όταν επίορκοι λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας εμφανίζονται να εξυπηρετούν ξένα συμφέροντα ή κάθε λογής εγκληματίες, από απατεώνες μέχρι εμπόρους ναρκωτικών, δεν πλήττεται μόνο η εικόνα μιας υπηρεσίας. Πλήττεται ο ίδιος ο πυρήνας της έννοιας της δικαιοσύνης. Επίσης όταν σε δικαστικές αίθουσες υπήρξαν εξώφθαλμες περιπτώσεις ανθρώπων που έπρεπε να οδηγηθούν στη φυλακή αλλά βρήκαν τρόπο να περάσουν μέσα από τις χαραμάδες του συστήματος, η κοινωνία δεν ξεχνά. Μπορεί να μη θυμάται πάντα λεπτομέρειες, θυμάται όμως το αίσθημα της αδικίας. Και αυτό μένει σαν αγκάθι.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η υπερβολή του κόσμου, αλλά ότι το κράτος επέτρεψε να παγιωθεί η εντύπωση ότι υπάρχουν άνθρωποι με στολή, θεσμικό αξίωμα ή δικαστική τήβεννο που δεν υπηρετούν τον νόμο αλλά τις διασυνδέσεις, τις φιλίες, τα κυκλώματα και τη μικρή ή μεγάλη συναλλαγή. Έτσι γεννήθηκε η δυσπιστία. Όχι από θεωρίες, αλλά από εμπειρίες. Όχι από παραμύθια, αλλά από πραγματικά περιστατικά που έμειναν χωρίς την κάθαρση που απαιτούσε η κάθε περίσταση.
Την ίδια ώρα όμως υπάρχει και μια δεύτερη παγίδα. Από τη δικαιολογημένη καχυποψία περνάμε εύκολα στη συλλογική καταδίκη των πάντων και στο τσουβάλιασμα. Όλοι διεφθαρμένοι, όλοι πουλημένοι, όλοι ίδιοι. Αυτή η ισοπεδωτική ευκολία που την ζούμε στο επίπεδο της πολιτικής, είναι το καλύτερο δώρο στους δήθεν σωτήρες. Τότε ξεμυτίζουν κάθε λογής ανίκανοι, φαιδροί, ναρκισσιστές και εξουσιομανείς, που πατούν πάνω στην οργή του κόσμου για να πουλήσουν δήθεν κάθαρση εξυπηρετώντας στην πραγματικότητα την αποσύνθεση των πάντων. Παριστάνουν τους τιμητές επειδή ξέρουν ότι η απαξίωση των θεσμών είναι ο πιο σύντονος δρόμος για τη δική τους ματαιοδοξία.

Η απάντηση δεν είναι ούτε το ξέπλυμα του συστήματος ούτε η γενική καταδίκη του. Η απάντηση είναι η αληθινή κάθαρση, γιατί αλλιώς η κοινωνία θα συνεχίσει να πιστεύει ότι η διαφθορά έχει πλάτες και η σήψη γνωριμίες. Αν πάψουμε να εμπιστευόμαστε εκείνους που απονέμουν δικαιοσύνη, τότε το ρήγμα δεν μένει στους θεσμούς, αλλά απλώνεται στη δημοκρατία, στην κοινωνική συνοχή, στην ίδια την ιδέα του κράτους.

Το σύστημα λοιπόν έχει ευθύνη. Έσπειρε την καχυποψία με τις δικές του αμαρτίες και αν δεν θέλει τώρα να θερίσει τη πλήρη απονομιμοποίηση, ας σταματήσει να προστατεύει τους λίγους που μολύνουν τους πολλούς.