Του Πατριάρχη
Τρεις απάνθρωπες δολοφονίες, τρεις διαφορετικές αντιδράσεις. Ο Τζορτζ Φλόιντ πέθανε κάτω από το γόνατο ενός αστυνομικού και οι ΗΠΑ συγκλονίστηκαν. Ο αστυνομικός Ντέρεκ Σόβιν καταδικάστηκε και η κοινωνία συζήτησε ανοιχτά την αστυνομική βία, σε θεσμικό και νομικό επίπεδο. Η καταδικαστική απόφαση ήταν αυστηρή και σαφής για την αστυνομική βία. Έτσι πρέπει να λειτουργεί η έννομη τάξη όταν ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του από αυθαιρεσία οργάνου του κράτους.
Πριν λίγες μέρες, η Ιρίνα Ζαρούτσκα, πρόσφυγας από την Ουκρανία, η οποία έφυγε από τη χωρα της για να σωθεί από τους Ρώσους εισβολείς, μαχαιρώθηκε εν ψυχρώ σε συρμό του μετρό. Ο μαύρος δράστης, συνελήφθη και αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες για φόνο και άλλα ομοσπονδιακά αδικήματα για βία σε μέσο μαζικής μεταφοράς. Η υπόθεση προκάλεσε συζητήσεις για την ασφάλεια στα τρένα και τα κενά στο σύστημα ψυχικής υγείας, αλλά δεν είδαμε το ίδιο κύμα διαδηλώσεων, ούτε τον πάθος καταδίκης. Η ζωή της δεν έγινε σύμβολο με την ίδια ένταση, παρότι ήταν νέα γυναίκα που διέφυγε τον πόλεμο και δολοφονήθηκε σε κοινή θέα.
Ακολούθησε, η εν ψυχρώ δολοφονία του Τσάρλι Κερκ σε πανεπιστημιακή εκδήλωση στη Γιούτα. Ο δράστης συνελήφθη και αντιμετωπίζει κατηγορίες που μπορεί να τον οδηγήσουν σε θανατική καταδίκη. Η δημόσια σφαίρα διχάστηκε σε λίγες ώρες, με ένα τμήμα να επιδίδεται σε συνωμοσιολογία και ένα άλλο να πανηγυρίζει σαν να μην μιλάμε για μια ανθρώπινη απώλεια. Η δολοφονία εργαλειοποιήθηκε από μέσα ενημέρωσης και λογαριασμούς στα ΜΚΔ που κυνηγούν εντυπώσεις, αντί για καθαρή καταδίκη της πράξης.
Το κοινό νήμα δεν είναι το χρώμα του θύματος ή του δράστη ούτε η ιδεολογία του ανθρώπου που δολοφονήθηκε. Είναι ότι η κοινωνική οργή που μοιάζει με διακόπτη που ανοιγοκλείνει ανάλογα με το αφήγημα. Όταν η ιστορία χωρά στις βεβαιότητές μας, ξεσπάμε. Όταν δεν χωρά, σωπαίνουμε ή, χειρότερα, ειρωνευόμαστε. Έτσι όμως δεν υπηρετούμε την αξία της ανθρώπινης ζωής, αλλά την προσαρμόζουμε στην κομματική ή ιδεολογική μας εμμονή.
Η υπόθεση Φλόιντ είχε διαχρονικό βάθος και αποκάλυψε παθογένειες, όμως η αρχή πρέπει να είναι ενιαία. Η δολοφονία είναι δολοφονία, είτε το θύμα είναι πρόσφυγας από την Ουκρανία, είτε ένας αμφιλεγόμενος πολιτικός σχολιαστής, είτε πολίτης που πέφτει θύμα αστυνομικής αυθαιρεσίας. Αν η αξιοπρέπεια είναι καθολικό δικαίωμα, τότε και η αγανάκτηση οφείλει να είναι επίσης καθολική.
Αυτές δεν είναι αμερικάνικες συμπεριφορές. Τις συναντάμε και στην Κύπρο, σε μια μικρή κοινωνία με έντονο πολιτικό διχασμό, που δημιουργεί φαινόμενα επιλεκτικής ευαισθησίας. Άλλοτε υπερβάλλουμε γιατί βολεύει το ιδεολογικό μας στρατόπεδο μας και άλλοτε σωπαίνουμε γιατί το θύμα δεν ταιριάζει με το αφήγημα του κόμματος μας. Μια τέτοια στάση ακυρώνει την αξίωση για δικαιοσύνη και μας εγκλωβίζει σε μια ρηχή παράσταση οργής που δημιουργεί θόρυβο, αλλά δεν δίνει λύσεις.
Η λύση δεν είναι να μετράμε ποια τραγωδία «αξίζει» περισσότερη προσοχή. Είναι να ζητούμε σταθερά θεσμική σοβαρότητα, γρήγορη απονομή δικαιοσύνης, σεβασμό στα γεγονότα και μια δημόσια συζήτηση που δεν περιορίζεται σε ταμπέλες. Η κοινωνία κρίνεται όταν δεν βολεύεται. Κρίνεται όταν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο σε κάθε απάνθρωπη πράξη, χωρίς να ρωτά ποιος είναι το θύμα και ποιος ο δράστης. Μόνο τότε η οργή παύει να είναι εργαλείο και γίνεται πυξίδα.
Σε τελική ανάλυση, όποιος χαίρεται ή σιωπά ανάλογα με το ποιος σκοτώθηκε, δεν υπερασπίζεται την ανθρώπινη ζωή. Υπερασπίζεται μια παράταξη και αυτό δεν είναι ευαισθησία. Είναι κυνισμός που μας αδικεί όλους.

























