Η ευρωπαϊκή φιλοξενία είναι προνόμιο, όχι δικαίωμα

Του Πατριάρχη

Η Ευρώπη έχει ήδη κάνει ένα βήμα. Το 2022 ανέστειλε πλήρως τη συμφωνία διευκόλυνσης θεωρήσεων εισόδου (βίζα) με τη Ρωσία, δυσκολεύοντας και ακριβαίνοντας την διαδικασία. Όμως η εφαρμογή δεν είναι ενιαία. Κράτη της Βαλτικής και η Πολωνία περιόρισαν νωρίς τα τουριστικά ταξίδια, ενώ άλλες χώρες (και η Κύπρος) συνέχισαν να εκδίδουν σημαντικό αριθμό θεωρήσεων. Δεν πρόκειται για σχολαστικισμό γραφειοκρατών αλλά για ζήτημα ασφάλειας και πολιτικής συνέπειας.

Τα τελευταία εικοσιτετράωρα οι Βρυξέλλες εξετάζουν επιπλέον σκλήρυνση των κανόνων, χωρίς γενική απαγόρευση, μετά από πίεση κρατών που βιώνουν πιο άμεσα τις ρωσικές υβριδικές απειλές. Η κατεύθυνση είναι σαφής. Λιγότερα τουριστικά «παράθυρα», αυστηρότερο έλεγχο, εξαιρέσεις μόνο για πραγματικούς ανθρωπιστικούς λόγους. Αυτή η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2024 εκδόθηκαν εκ νέου πολλές θεωρήσεις από ορισμένα κράτη μέλη, γεγονός που δημιούργησε ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής γραμμής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Γιούλια Ναβάλναγια, χήρα του δολοφονηθέντος Ρώσου αντιφρονούντα Αλεξέι Ναβάλνι, κάλεσε την ΕΕ να μη τιμωρήσει συλλογικά τους Ρώσους πολίτες με απαγόρευση τουριστικών θεωρήσεων. Η θέση της ακούγεται ανθρώπινη και αντανακλά την αγωνία μιας αντιπολίτευσης που καταπνίγεται και εξοντώνεται από το καθεστώς Πούτιν. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις. Κυρίως κρίνεται και από τα αποτελέσματα. Όταν σημαντικό τμήμα της ρωσικής κοινωνίας δηλώνει καθαρή ή έστω «μετριοπαθή» υποστήριξη σε μια εισβολή και έναν επιθετικό πόλεμο που διαρκεί σχεδόν 4 χρόνια, η Ευρώπη δεν μπορεί να λειτουργεί ως ευγενικός οικοδεσπότης, για όσους στηρίζουν την σφαγή και ταυτόχρονα απολαμβάνουν τα ευρωπαϊκά αγαθά. Η ηθική αντίφαση είναι εκκωφαντική.

Δεν μιλάμε για συλλογική τιμωρία. Μιλάμε για άσκηση πίεσης, με μέτρο και λογική.
Ο τουρισμός είναι προνόμιο, δεν είναι δικαίωμα. Η ευρωπαϊκή βίζα δεν είναι ουδέτερο χαρτί. Είναι πρόσβαση σε ελευθερίες, σε δημόσιο λόγο χωρίς φίμωτρα, σε κοινωνίες που πληρώνουν ήδη βαρύ τίμημα για να στηρίζουν την Ουκρανία και να αποτρέπουν τη αναθεωρητική βία στους γείτονες της Ρωσίας. Αν κάποιοι Ρώσοι πολίτες θέλουν να χαίρονται αυτά τα αγαθά, οφείλουν να αποστασιοποιηθούν έμπρακτα από τον πόλεμο και την προπαγάνδα που τον τροφοδοτεί. Αλλιώς η Ευρώπη γίνεται άθελά της σκηνικό όπου ο θύτης ντύνεται τουρίστας.
Η σωστή ισορροπία υπάρχει και είναι εφαρμόσιμη. Πρώτον, αυστηρός περιορισμός στις τουριστικές βίζες, με εξαίρεση αποδεδειγμένα ανθρωπιστικούς λόγους, σπουδές και περιπτώσεις διωκόμενων αντιφρονούντων. Δεύτερον, ενιαία ευρωπαϊκή γραμμή χωρίς «τρύπες» ανά χώρα, ώστε να μην υπονομεύεται η κοινή πολιτική από τα εύκολα περάσματα. Τρίτον, έλεγχος κινδύνου για δίκτυα επιρροής και «μακρύ χέρι» της Μόσχας που αξιοποιεί την ελεύθερη κυκλοφορία για αποσταθεροποίηση. Αυτά δεν εξισώνονται με μισαλλοδοξία.

Είναι άμυνα υπέρ της δημοκρατίας.

Η ιστορική αναλογία με την ριζοσπαστικοποίηση των Γερμανών που πύκνωναν τις τάξεις του ναζιστικού κόμματος και τους Ευρωπαίους που κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου, δεν απέχει πολύ και θα έπρεπε να λειτουργεί ως προειδοποίηση. Κοινωνίες που συνηθίζουν τη βία και την προπαγάνδα γίνονται ανθεκτικές στην ενοχή και απρόθυμες στην αυτοκριτική. Η Ευρώπη οφείλει να διαλέξει πλευρά όχι μόνο στο πεδίο μάχης αλλά και στα αεροδρόμια της. Η βίζα δεν είναι απλή γραφειοκρατική διαδικασία. Είναι πολιτική πράξη και η Κύπρος, με την εμπειρία της κατοχής και των υβριδικών πιέσεων, το γνωρίζει καλύτερα από άλλους.

Άλλωστε έχουμε και μεγαλύτερη ευθύνη από τους άλλους Ευρωπαίους, αφού πλημμυρίσαμε την Ευρώπη με πολιτογραφημένους Ρώσους. Η συνέπεια στις θεωρήσεις είναι μέρος της άμυνας μας απέναντι σε έναν πόλεμο που δεν διεξάγεται μόνο με τανκς αλλά και με «αθώα» πήγαινε – έλα.