Η ΕΣΣΔ έπεσε, η Ρωσία δεν το χώνεψε

Του Πατριάρχη

Μια μέρα σαν την χθεσινή, το 1991, μπήκε ταφόπλακα στο οικοδόμημα του αποτυχημένου και αιματηρού πειράματος της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο τελευταίος ηγέτης της ΕΣΣΔ. είχε παραιτηθεί μια μέρα νωρίτερα και η διεθνής πραγματικότητα άλλαξε σελίδα, όχι επειδή το αποφάσισε η Ιστορία με ευγένεια, αλλά επειδή το σύστημα δεν άντεξε την έκθεση του στην λίγη Δημοκρατία, που είχε επιτρέψει το καθεστώς, με την Περεστρόικα και την Γκλάσνοστ. Ακόμα όμως και χωρίς αυτά, το κράτος που είχε χτιστεί στην επιβολή, είχε αρχίσει να καταρρέει πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά.

Το 1991 άφησε ψυχολογικό τραύμα σε πολλούς Ρώσους, αλλά αυτό δεν δίνει άφεση αμαρτιών στην έξαρση του ρωσικού εθνικισμού που μετατράπηκε σε επεκτατισμό. Η νοσταλγία μπορεί να είναι ανθρώπινη, όταν όμως γίνεται επίσημη ιδεολογία, μετατρέπεται σε επικίνδυνο όπλο. Η Ρωσία μετά το 1991 και ειδικά επί Πούτιν, έγινε ένα κράτος που υιοθέτησε ως επίσημη ιδεολογία του, τον τρόμο και την απειλή. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ παρουσιάζεται ως «γεωπολιτική καταστροφή» που πρέπει να διορθωθεί και το είπε ο ίδιος ο Πούτιν το 2005, σε επίσημη ομιλία του, κάτι που αποτέλεσε το πολιτικό του μανιφέστο.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η «διόρθωση» γίνεται με εισβολές και αλλαγές συνόρων.

Η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν ένα αθώο πείραμα που απλώς απέτυχε. Άφησε αποτύπωμα αίματος και τρόμου, όχι ως «παρέκκλιση», αλλά ως επίσημη μέθοδο διακυβέρνησης. Το Χολοντομόρ, ο τεχνητός λιμός του 1932 -33, κόστισε στην Ουκρανία περίπου τέσσερα εκατομμύρια ζωές, ενώ στα 70 χρόνια σκοταδιού που έζησαν οι λαοί της ΕΣΣΔ, η εξόντωση ανθρώπων δε ήταν μια θεωρητική άσκηση επί χάρτου. Οι 681.692 εκτελέσεις του Μεγάλου Τρόμου του 1937 – 38 καταγράφονται με στοιχεία που προέρχονται από τα αρχεία του Κρεμλίνου. Η ίδια «λογική» διαπέρασε και το σοβιετικό «σωφρονιστικό» σύστημα. Τα Γκούλανγκ υπήρξαν βιομηχανία καταναγκασμού και μηχανισμός που στηρίχθηκε στη διάλυση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σύμφωνα με παρουσίαση του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για το έργο του ιστορικού Dan Healey, από το 1930 έως το 1953 πέρασαν από τα Γκούλανγκ 18.000.000 άνθρωποι, με μεγάλο μέρος από αυτούς να αφήνουν την τελευταία του πνοή από τα βασανιστήρια και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Κανένας εξ αυτών δεν ήταν εγκληματίας. Ήταν όμως ενοχλητικοί πολίτες ή απλώς «ύποπτοι» για αντισοβιετική συμπεριφορά. Είχαν το θράσος να ζητούν ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα. Σήμερα δεν χρειάζεται να τσακωνόμαστε για δεκαδικά ψηφία για να καταλάβουμε το μέγεθος της βαρβαρότητας.

Και μέσα σε όλα αυτά, ο βίαιος εκρωσισμός που δεν ήταν απλή πολιτισμική ώσμωση σε ένα πολυεθνικό κράτος. Ήταν εργαλείο ελέγχου, με γλώσσα, διοίκηση και μηχανισμούς που έμαθαν σε ολόκληρες κοινωνίες ότι η επιβίωση περνά από τη συμμόρφωση και την υποταγή στο κυρίαρχο έθνος. Εσωτερικός εποικισμός και επιβολή χρήσης της ρωσικής γλώσσας έγιναν επίσημη πολιτική, την οποία πληρώνουν σήμερα οι λαοί των χωρών.

Η ΕΕ και η Δύση συνολικά, δεν έχουν την πολυτέλεια να «ελπίζουν» ότι η Μόσχα θα κουραστεί. Οφείλουν να κάνουν σαφές, με ισχύ και διάρκεια, ότι δεν υπάρχει επιστροφή σε ζώνες επιρροής και σε «ιστορικές αποκαταστάσεις» πάνω στα εδάφη κυρίαρχων κρατών. Η στήριξη στην Ουκρανία, η θωράκιση της ανατολικής Ευρώπης, η ενεργειακή απεξάρτηση και η αντιμετώπιση της ρωσικής παραπληροφόρησης δεν είναι ιδεολογία, είναι στοιχειώδης αυτοάμυνα.

Και κάτι τελευταίο, για να μην παριστάνουμε τους αφελείς. Το Κρεμλίνο μπορεί να διαβεβαιώνει ότι δεν στοχεύει στην επανασύσταση της ΕΣΣΔ, ωστόσο το επιδιώκει αναβιώνοντας την σοβιετική νοοτροπία.