Του Πατριάρχη
Η ηθική μας δοκιμάζεται όταν ο αντίπαλος σωριάζεται.
Η είδηση της δολοφονίας του Τσάρλι Κερκ στη Γιούτα δεν ήταν απλώς μια ακόμη τραγική καταχώριση στα δελτία, ήταν ένας καθρέφτης που έδειξε κάτι σκοτεινό σε όσους έσπευσαν να πανηγυρίσουν.
Ο Κερκ πυροβολήθηκε θανάσιμα κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο Πανεπιστήμιο Utah Valley, σε μια επίθεση που οι αρχές αντιμετωπίζουν ως στοχευμένη και για την οποία ο δράστης παραμένει μέχρι στιγμής ασύλληπτος. Το FBI ανακοίνωσε μάλιστα αμοιβή έως $100.000 για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη, υπενθυμίζοντας ότι η πολιτική βία δεν είναι «άποψη» αλλά έγκλημα.
Όσοι έσπευσαν να εκφράσουν χαρά και ικανοποίηση, δεν εξοργίστηκαν από τον φασισμό, τον ρατσισμό ή τον μισογυνισμό που του καταλόγιζαν, αλλά από το γεγονός ότι ο Κερκ είχε κοινό. Η οργή τους δεν στρέφεται στις ιδέες ως ιδέες, αλλά στο ότι βρίσκουν ακροατήριο. Εδώ βρίσκεται η ενοχλητική αλήθεια. Όταν δεν μπορείς να αντικρούσεις κάτι με επιχειρήματα, ο πειρασμός να αποδομήσεις τον άνθρωπο, αντί για τον λόγο του, γίνεται γλυκός και δηλητηριώδης. Η χαρά για τον θάνατο είναι το τελευταίο καταφύγιο της αμηχανίας. Η δημοκρατία, όμως, δεν ζητά από κανέναν να αγαπήσει τον αντίλογο. Απαιτεί μόνο να τον αντέξει.
Ο Κερκ ήταν σκληρός ρήτορας, προκλητικός, και συχνά απεχθής για πολλούς. Η απάντηση δεν είναι οι σφαίρες αλλά ο καλύτερος λόγος.
Στο πανεπιστήμιο όπου μιλούσε, εκεί όπου κανονικά καλλιεργούνται η αμφισβήτηση και ο διάλογος, έπεσε νεκρός από έναν άγνωστο που χρησιμοποίησε όπλο ακριβείας και διέφυγε, αφήνοντας πίσω του πανικό και μια κοινωνία να κοιτάζει αποσβολωμένη. Οι πρώτες αναφορές μιλούν για ελεύθερο σκοπευτή που πυροβόλησε από ταράτσα, ενώ βρέθηκε και όπλο που εξετάζεται. Το γεγονός άνοιξε ξανά τη συζήτηση για τα όρια της ένοπλης κουλτούρας και την ευθύνη του δημόσιου λόγου, χωρίς να εξαφανίζει την ευθύνη του φυσικού αυτουργού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βιώνουν μια συνεχή κλιμάκωση πολιτικής βίας τα τελευταία χρόνια. Ο αριθμός ιδεολογικά υποκινούμενων επιθέσεων έχει αυξηθεί, τα άκρα φωνάζουν δυνατά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν απλόχερα φονικό χειροκρότημα σε κάθε εκτροπή. Αυτή η συνθήκη, που καταγράφεται πλέον συστηματικά από τις αμερικανικές αρχές και τα διεθνή μέσα, δεν είναι θεωρητική. Είναι το θερμοκήπιο όπου ανθίζει η αποανθρωποποίηση του αντιπάλου και, τελικά, η αποδοχή του φόνου ως «λύσης».
Η χαρά για τον θάνατο ενός ανθρώπου δεν είναι πολιτική θέση. Είναι μισανθρωπία μεταμφιεσμένη σε ηθική ανωτερότητα. Όσοι χαμογελούν μπροστά σε ένα πτώμα επειδή δεν άντεχαν τον λόγο του, παραδέχονται ότι ηττήθηκαν στη μόνη αρένα που έχει νόημα στη δημοκρατία, στη μάχη των επιχειρημάτων. Το να αντιπαθείς τον Κερκ είναι θεμιτό. Το να θέλεις να σωπάσει διά παντός είναι επικίνδυνο.
Η ελευθερία του λόγου δεν υπάρχει για να προστατεύει τα εύπεπτα και τα εύκολα. Υπάρχει για να δοκιμάζει τα ανθεκτικά επιχειρήματα απέναντι στα δυσάρεστα.
Ας κρατήσουμε λοιπόν μια απλή αρχή. Στον δημόσιο βίο δεν σκοτώνουμε ανθρώπους και δεν θάβουμε ιδέες μαζί με τα σώματα. Αν κάποιος μας εξοργίζει, τον αντιμετωπίζουμε με γνώση και τεκμήρια. Όλα τα άλλα είναι ηθικές συντομεύσεις που οδηγούν σε αδιέξοδο. Στο τέλος της ημέρας, ο πολιτισμός μας κρίνεται όχι από το πόσο αγαπάμε τους ομοϊδεάτες μας, αλλά από το πώς στεκόμαστε απέναντι στους αντιπάλους μας όταν πέφτει το σκοτάδι. Και τότε η μόνη αξιοπρεπής στάση είναι να υπερασπιστούμε τη ζωή, τον νόμο και τον διάλογο, ακόμη και για όσους δεν θα προσκαλούσαμε ποτέ στο τραπέζι μας για ένα ποτήρι κρασί.

























