Του Πατριάρχη
Η 1η Απριλίου στην Κύπρο δεν είναι μια επέτειος για κοινότυπες σχολικές γιορτές, για εθνικοπατριωτικά ξεσπάσματα με ομιλίες copy paste και για υποσχέσεις που ξεφουσκώνουν μόλις κλείσουν τα μικρόφωνα. Είναι μια ημερομηνία που μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με ένα ερώτημα δυσάρεστο για τη σημερινή μας άνεση. Τι υλικό ανθρώπων ήταν εκείνα τα παιδιά που άφησαν σπίτι, οικογένεια, σπουδές, βεβαιότητες και έβαλαν τη ζωή τους απέναντι σε μια αυτοκρατορία, πιστεύοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους στην Ένωση με την Ελλάδα;
Αυτό είναι το ουσιώδες στοιχείο εκείνης της εποχής. Ούτε η προσωπολατρία, ούτε οι αγιογραφίες, ούτε η βολική συνήθεια να στριμώχνουμε την ιστορία σε πέντε – δέκα ονόματα. Η ΕΟΚΑ δεν στηρίχθηκε μόνο σε αρχηγούς και προβεβλημένους ήρωες. Πολύ περισσότερο, δεν στηρίχθηκε σε αγωνιστές που εξαργύρωσαν την συμμετοχή τους με καρέκλες και τραπεζικούς λογαριασμούς ως ιδιοκτήτες του κράτους που προέκυψε το 1960. Στηρίχθηκε σε παιδιά που μεγάλωσαν με την ελληνική συνείδηση ως βίωμα και όχι ως αξεσουάρ σε ποδοσφαιρικά γήπεδα και χρώματα για γκράφιτι σε λευκούς τοίχους. Στηρίχθηκε σε μανάδες που έκρυβαν τον φόβο τους για να μη λυγίσουν τα παιδιά τους. Στηρίχθηκε σε δασκάλους, παπάδες, μαθητές, αγρότες, ανθρώπους που μπορεί να μην είχαν αυτό που μάθαμε να ονομάζουμε μόρφωση, αλλά είχαν μέσα τους μια σπάνια καθαρότητα του στόχου. Ήξεραν τι ήθελαν και ήταν έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα.
Σήμερα ζούμε σε μια άλλη Κύπρο. Πιο άνετη, πιο μορφωμένη (νομίζουμε), πιο ευρωπαϊκή στα χαρτιά, αλλά βαθιά τραυματισμένη στο εσωτερικό της από μια σήψη που απλώνεται σαν μούχλα στις γωνιές ενός παλιού σπιτιού. Διαφθορά, μικροσυμφέροντα, δημόσιος βίος που συχνά μοιάζει με παζάρι, θεσμοί που δοκιμάζονται και πολιτική που σε αρκετές περιπτώσεις παράγει περισσότερο κυνισμό παρά εμπιστοσύνη. Το χειρότερο δεν είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν, αλλά ότι έχουμε αρχίσει να τα συνηθίζουμε και να τα θεωρούμε κανονικότητα.
Ο λαός που κάποτε έκρυβε όπλα για έναν εθνικό σκοπό, σήμερα συχνά κλείνει με νόημα το μάτι στη λαμογιά (ξέρετε εσείς), αρκεί να εξυπηρετεί την τσέπη του, το κόμμα του, τα απιδιά του και την όποια ανίερη φιλοδοξία του. Η παρακμή δεν έρχεται πάντα ως κατάρρευση των πάντων. Συχνά έρχεται με το ξεδιάντροπο ύφος αυτών που φορούν γραβάτα ή χωρίς αυτήν υποδύονται τους αντισυστημικούς για να γίνουν οι ίδιοι σύστημα
Γι’ αυτό η 1η Απριλίου έχει νόημα μόνο αν λειτουργήσει ως αυστηρός έλεγχος συνείδησης, για όλους μας χωρίς να εξαιρείται κανείς, ούτε αυτός που γράφει αυτές τις λέξεις. Όχι για να μεθύσουμε με το παρελθόν, αλλά για να ντραπούμε λίγο από το παρόν. Οι αγωνιστές του 1955 δεν ζητούν από εμάς να αναπαράγουμε το δικό τους ιστορικό πλαίσιο, ούτε να αναζητήσουμε καταφύγιο σε φτηνές αντιγραφές ηρωισμού.
Ζητούν, έστω και σιωπηλά, κάτι απλούστερο και δυσκολότερο. Αξιοπρέπεια στον δημόσιο βίο, αίσθηση πατρίδας πέρα από το προσωπικό όφελος, ευθύνη, σοβαρότητα και στοιχειώδη τιμιότητα.
Η Ένωση με την Ελλάδα υπήρξε το μεγάλο όραμα εκείνης της γενιάς, αλλά η ιστορία ακολούθησε άλλη διαδρομή, που υπήρξε πικρή, επώδυνη και αιματηρή. Αυτό όμως δεν ακυρώνει το φρόνημα εκείνων που πίστεψαν και θυσιάστηκαν. Το αντίθετο. Μας υποχρεώνει να σταθούμε με μεγαλύτερο σεβασμό απέναντι σε μια γενιά που μπορεί να μην είχε τα δικά μας μέσα, αλλά είχε ψυχικό ανάστημα που υπερβαίνει αυτό όσων σήμερα θα σταθούν καθηκόντως απέναντι σε μνήματα αδριάντες και προτομές.
Η αληθινή ένδειξη τιμής για αυτούς που έχυσαν αίμα, θα ήταν να φτιάξουμε μια Κύπρο λιγότερο βρόμικη, λιγότερο ιδιοτελή, λιγότερο πρόθυμη να ξεπουλήσει αρχές και λιγότερο ανόητη. Ίσως θα ήταν μια καλή αρχή να θυμηθούμε ότι κάποτε οι άνθρωποι αυτού του τόπου ζούσαν με ιδανικά και σήμερα με δικαιολογίες.

























