Του Πατριάρχη
Όταν ο Τουφάν Ερχιουρμάν αναδείχθηκε ηγέτης των Τουρκοκυπρίων τον περασμένο Οκτώβριο με 63% έναντι του Ερσίν Τατάρ, πολλοί Ελληνοκύπριοι έσπευσαν να μιλήσουν για «νέα σελίδα». Ήταν ο μετριοπαθής ακαδημαϊκός, ο άνθρωπος του διαλόγου, που σηματοδοτούσε επιστροφή στον ρεαλισμό μετά τα συνθήματα Τατάρ για «κυριαρχική ισότητα» και δύο κράτη. Ο ενθουσιασμός όμως κράτησε λίγους μήνες.
Ο Τ. Ερχιουρμάν επανέρχεται μονότονα με την αξίωση ότι η πολιτική ισότητα «δεν θα είναι ανοιχτή σε διαπραγμάτευση», την παρουσιάζει ως αρχή του ΟΗΕ και ως προϋπόθεση για «διάλογο με αρχές», με χρονοδιάγραμμα και αποτέλεσμα.
Πρόκειται για την ίδια παγίδα που οδήγησε στο ναυάγιο του Κραν Μοντανά. Πολιτική ισότητα ζητείται μόνο για τους Τουρκοκύπριους, όχι για τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες που δεν μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ζητείται ισότητα στο τραπέζι, ενώ στο έδαφος η Τουρκία διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο.
Το τελευταίο διάστημα ο Τουρκοκύπριος ηγέτης πολλαπλασίασε τις παρεμβάσεις του για τις αμυντικές συνεργασίες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε συνέντευξή του στο Anadolu προειδοποίησε ότι η ενίσχυση της ξένης στρατιωτικής παρουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία εγκυμονεί κινδύνους για τη σταθερότητα και «δεν πρέπει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα», ενώ κατηγόρησε τη Λευκωσία για τη βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο και για τις συμφωνίες με ΗΠΑ, Γαλλία και Ισραήλ.
Την ίδια στιγμή υπερασπίστηκε ανοιχτά την παρουσία τουρκικών μαχητικών F-16 στο κατεχόμενο αεροδρόμιο της Τύμπου, επικαλούμενος τον ρόλο της Τουρκίας ως «εγγυήτριας δύναμης». Αναρωτήθηκε, «τι καθεστώς έχουν η Γαλλία ή η Ολλανδία στη Κύπρο» στέλνοντας ναυτικές δυνάμεις, λες και η απάντηση δεν είναι προφανής. Κανένα από αυτά τα κράτη δεν κατέχει έδαφος στην Κύπρο.
Ο Τ. Ερχιουρμάν ανησυχεί για το γαλλικό αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle που πέρασε ανοιχτά της Κύπρου μετά από το χτύπημα με ιρανικό drone, αλλά όχι για τις δεκάδες χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες που βρίσκονται μόνιμα στα κατεχόμενα από το 1974. Μιλά για «αίσθηση ανασφάλειας» που δημιουργούν οι ξένες δυνάμεις, ενώ η δική του κοινότητα ζει κάτω από την προστασία του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού του ΝΑΤΟ.
Η «στρατιωτικοποίηση» δεν ξεκίνησε από τη Λευκωσία. Υπάρχει κατοχή που νομιμοποιεί την ανάγκη άμυνας. Οι συνεργασίες με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ και την Ελλάδα δεν είναι «περιπετειώδης στάση», όπως τις αποκάλεσε, αλλά αυτονόητη απάντηση ενός κράτους μέλους της ΕΕ που βλέπει την Τουρκία να ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στα κατεχόμενα και να απειλεί με νέα τετελεσμένα στην ΑΟΖ.
Όταν ζητά από τους Ελληνοκύπριους να «αναλάβουν την ευθύνη» για αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς τη συγκατάθεση των Τουρκοκυπρίων, παραβλέπει ότι οι Τουρκοκύπριοι ζουν τις συνέπειες αποφάσεων που λαμβάνονται στην Άγκυρα χωρίς τη δική τους πραγματική συγκατάθεση.
Η διαφορά Τατάρ – Ερχιουρμάν ήταν πάντα περισσότερο υφολογική παρά πολιτική. Ο μεν μιλούσε για δύο κράτη, ο δε για ομοσπονδία με πολιτική ισότητα (όπως την εννοεί) που στην πράξη ισοδυναμεί με βέτο σε όλα. Ο μεν αγκάλιαζε φανερά τον Ερντογάν, ο δε δηλώνει «συντονισμό» με την Τουρκία σε κάθε βήμα.
Αυτοί που περίμεναν μια άλλη οπτική βλέπουν τώρα την ίδια εξάρτηση, ντυμένη με ακαδημαϊκή φρασεολογία. Ο «ρεαλιστής» Ερχιουρμάν καταλήγει να υπερασπίζεται τα F-16, να καταγγέλλει τις νόμιμες αμυντικές συμφωνίες της Κυπριακής Δημοκρατίας και να επαναλαμβάνει το αφήγημα της Άγκυρας περί «άξονα» Ελλάδας-Ισραήλ-Κύπρου.
Η Κύπρος δεν χρειάζεται μαθήματα αυτοσυγκράτησης από εκείνον που εκπροσωπεί την κατοχή. Χρειάζεται ηγεσία που θα αναγνωρίσει ότι η ασφάλεια δεν χτίζεται με τουρκικές μεραρχίες στο Πενταδάκτυλο, αλλά με αποχώρηση στρατευμάτων, επιστροφή εδαφών και σεβασμό στο διεθνές δίκαιο.

























