Ενοίκιο στον θάνατο με κρατική σφραγίδα

Του Πατριάρχη

Η τραγωδία στη Γερμασόγεια, με την κατάρρευση του κτηρίου και τον θάνατο δύο ανθρώπων, αντιμετωπίστηκε με τη γνωστή, σχεδόν αντανακλαστική μας ελαφρότητα. Αναλωθήκαμε σε συζητήσεις για την παλαιότητα των κατασκευών, για τις αρμοδιότητες των δήμων και για τα νομοθετικά κενά, λες και το πρόβλημα είναι τεχνικό ή γραφειοκρατικό. Στην πραγματικότητα, η ουσία βρίσκεται στην εγκληματική αδιαφορία απέναντι σε ανθρώπινες ζωές που θεωρήθηκαν αναλώσιμες, επειδή απλώς ανήκαν σε υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν φωνή να διαμαρτυρηθούν ούτε συγγενείς να κινητοποιήσουν μηχανισμούς.

Η κοινή λογική λέει πως όταν ένα οίκημα κρίνεται επίσημα ως επικίνδυνο και κατεδαφιστέο, η πρόσβαση σε αυτό σφραγίζεται και η κατεδάφιση εκτελείται πάραυτα. Στη δική μας περίπτωση, το κτήριο παρέμενε όρθιο, αποτελώντας μια κερδοφόρα επιχείρηση για κάποιους που εισέπρατταν ενοίκια πάνω στα ερείπια. Είναι απορίας άξιο πώς, μέρες μετά το συμβάν, δεν έχουμε ακούσει για συλλήψεις ή για απόδοση συγκεκριμένων ποινικών ευθυνών στους ιδιοκτήτες που εκμεταλλεύονταν την ανάγκη αυτών των ανθρώπων για στέγη, γνωρίζοντας πως τους στοιβάζουν σε έναν τάφο από μπετόν.

Το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν μπορούν να νίπτουν τας χείρας τους επικαλούμενοι τη χρονοβόρα διαδικασία των δικαστικών διαταγμάτων. Η αδράνεια των αρμοδίων αρχών να επιβάλουν τον νόμο και να προστατεύσουν τη δημόσια ασφάλεια είναι εξίσου προκλητική με την απληστία των ιδιοκτητών. Αν οι νεκροί δεν ήταν αλλοδαποί εργάτες, αλλά Κύπριοι πολίτες, η δημόσια κατακραυγή θα είχε ήδη αναγκάσει τις αρχές σε δραστικά μέτρα. Τώρα, η σιωπή και η απουσία λογοδοσίας υποδηλώνουν μια θεσμική αναλγησία που εκθέτει την Πολιτεία και τον πολιτισμό μας.
Δεν πρόκειται για μια κακοτεχνία ή για ένα τυχαίο γεγονός. Είναι το αποτέλεσμα μιας νοσηρής νοοτροπίας που επιτρέπει την ασύδοτη εκμετάλλευση και τη μετατροπή των ετοιμόρροπων κτηρίων σε πεδίο κερδοσκοπίας για επιτήδειους. Η ιστορία αυτή δεν μπορεί να κλείσει με μια απλή καταγραφή των ζημιών.

Η δικαιοσύνη οφείλει να κινηθεί άμεσα, κατονομάζοντας όσους έβαζαν τα χρήματα στην τσέπη ενώ το ταβάνι έπεφτε, αλλά και όσους από τα δημόσια γραφεία επέτρεψαν με την ολιγωρία τους να συμβεί αυτό το έγκλημα. Η ανοχή σε τέτοια φαινόμενα δεν είναι παράλειψη καθήκοντος, αλλά ηθική και πολιτική χρεοκοπία που δεν επιδέχεται άλλες δικαιολογίες. Οι δυο νεκροί της Γερμασόγειας δεν ζητούν πια τίποτε.

Τη δικαιοσύνη για αυτούς οφείλουν να τη ζητήσουν οι ζωντανοί και αν ούτε τώρα δεν κινηθεί το κράτος με αποφασιστικότητα, τότε η ετυμηγορία για την κοινωνία μας θα είναι βαρύτερη από τα μπάζα που τους σκέπασαν. Θα σημαίνει πως εδώ υπάρχουν ζωές πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Πως κάποιοι πεθαίνουν και μαζί τους θάβεται σχεδόν αμέσως και η απαίτηση για τιμωρία.