Του Πατριάρχη
Η δημοκρατία, από την εποχή που γεννήθηκε κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης μέχρι τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, δεν υπήρξε ποτέ ένας άδεις τενεκές που κάνει μόνο θόρυβο. Ήταν και παραμένει ένα σύστημα κανόνων, θεσμών και, κυρίως, εμπιστοσύνης. Όταν όμως η τεχνολογία χρησιμοποιείται ως δούρειος ίππος για να παρακαμφθούν αυτοί οι κανόνες, τότε δεν μιλάμε για πρόοδο, αλλά για μια επικίνδυνη στροφή σε έναν ψηφιακό λαϊκισμό, όπου ο έλεγχος χάνεται πίσω από την οθόνη ενός κινητού.
Η απόφαση της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να ζητήσει τον τερματισμό της εφαρμογής «Agora» δεν αποτελεί απλώς γραφειοκρατική παρέμβαση, αλλά μια αναγκαία πράξη αυτοσυντήρησης του κράτους δικαίου. Είναι αδιανόητο στην Κύπρο του 2026 να συλλέγονται φωτογραφίες ταυτοτήτων, διαβατηρίων και να καταγράφονται πολιτικά φρονήματα πολιτών, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή εγγύηση για το πού καταλήγουν αυτά τα ευαίσθητα δεδομένα. Η προστασία της ιδιωτικότητας δεν είναι προαιρετική, αλλά αποτελεί το τελευταίο οχυρό της ελευθερίας μας απέναντι σε όσους φιλοδοξούν να γίνουν οι μεγάλοι αδελφοί της καθημερινότητάς μας.
Το ζήτημα όμως πάει πολύ πέραν της διαχείρισης των δεδομένων. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε έναν παραλογισμό που αγγίζει τα όρια της απάτης χωρίς αιδώ. Μπορεί ο δημιουργός μιας εφαρμογής, ο οποίος έχει τον πλήρη έλεγχο του κώδικα και των αποτελεσμάτων, να την χρησιμοποιεί ταυτόχρονα ως εργαλείο για ψηφοφορίες στις οποίες ο ίδιος είναι υποψήφιος; Η απλή λογική λέει πως όχι. Στη δημοκρατία, ο διαιτητής δεν μπορεί να είναι και παίκτης, ούτε μπορεί να κρατά την μπάλα και να αποφασίζει μόνος του πότε μπαίνει γκολ. Ο Φειδίας Παναγιώτου, εμφανίζεται ως διαχειριστής, δημιουργός και ιδιοκτήτης, ενός συστήματος που ο ίδιος εκμεταλλεύεται πολιτικά, την ώρα που οι ανθυποψήφιοί του παραμένουν στο σκοτάδι, χωρίς καμία πρόσβαση στη διαδικασία.
Ακόμα πιο σκανδαλώδης είναι η χρήση ευρωπαϊκών πόρων για την εξυπηρέτηση προσωπικών ή κομματικών ακροβασιών. Το γεγονός ότι η εφαρμογή χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να προάγει τη συμμετοχικότητα, δεν δίνει το ελεύθερο σε κανέναν να την μετατρέψει σε ιδιωτικό μαγαζί για διαγωνισμούς και εσωτερικές διαδικασίες. Οι διαβεβαιώσεις του τύπου «μίλησα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είναι εντάξει» στερούνται σοβαρότητας και προσβάλλουν τη νοημοσύνη των πολιτών. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με παραπλανητικά mail και βιντεούθκια, αλλά με συμβάσεις, λογοδοσία και διαφάνεια.
Η έρευνα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την OLAF δεν είναι τυχαία. Όταν ανακατεύονται δημόσιο χρήμα, προσωπικά δεδομένα και εκλογικές διαδικασίες χωρίς ανεξάρτητο έλεγχο, η οσμή της διαφθοράς και της αυθαιρεσίας γίνεται ανυπόφορη. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την υποκατάσταση των θεσμών από εφαρμογές που ελέγχονται από μια κλειστή ομάδα ανθρώπων, όσο ελκυστικό κι αν φαντάζει το περιτύλιγμα της δήθεν άμεσης συμμετοχής. Η ψηφιακή εποχή απαιτεί περισσότερη σοβαρότητα και λιγότερο θέαμα, ειδικά όταν το διακύβευμα είναι η ίδια η ακεραιότητα της πολιτικής μας ζωής.
Η εφαρμογή «Agora» έστω και προσωρινά θα κατέβει και αυτό αν δεν υπάρξει συμμόρφωση με τη νομοθεσία θα γίνει μόνιμο. Αν δεν υπάρξει συμμόρφωση όλο το αστείο εγχείρημα θα πέσει στο κενό, αφού δεν υπάρχει εναλλακτικός τρόπος για να επιλέξουν υποψήφιους.

























