Άλλο η τιμωρία και άλλο η αυτοχειρία

Του Πατριάρχη

Η παρακολούθηση της πρόσφατης τηλεοπτικής παρουσίας των εκπροσώπων των νεότευκτων κινημάτων «ΑΛΜΑ» και «Άμεση Δημοκρατία», στο Σίγμα, δεν υπήρξε απλώς μια αποκάλυψη πολιτικής φτώχειας (ένδεια θα έγραφα, αλλά κάποιοι «σωτήρες» είμαι σίγουρος πως δεν ξέρουν την λέξη), αλλά μια επιβεβαίωση ενός βαθύτατου κινδύνου που ελλοχεύει στον πυρήνα της δημόσιας ζωής.

Η ανησυχία που προκαλείται, δεν αφορά την επιβίωση των συγκεκριμένων σχηματισμών, οι οποίοι νομοτελειακά δεν θα κριθούν μόνο στις κάλπες του Μαΐου αλλά και από την παρουσία τους σε θέσεις ευθύνης, αλλά την ευκολία με την οποία ένα μερίδα των ψηφοφόρων μοιάζει έτοιμη να εμπιστευθεί την τύχη της χώρας και το νομοθετικό έργο σε φορείς του απόλυτου τίποτα.

Είναι κατανοητή, ως έναν βαθμό, η οργή της κοινωνίας. Τα σκάνδαλα, η διαφθορά και η στασιμότητα στο Κυπριακό έχουν δημιουργήσει ένα τοπίο απαξίωσης για το παραδοσιακό πολιτικό κατεστημένο. Ωστόσο, η οργή δεν αποτελεί ποτέ ασφαλή σύμβουλο για το μέλλον. Όταν η επιλογή του ψηφοφόρου διολισθαίνει από τη λογική στην τιμωρία, το αποτέλεσμα δεν είναι η κάθαρση, αλλά η αποδόμηση των θεσμών.

Η ρητορική του «θα δούμε», του «δεν ξέρω» και του «θα μάθω», πασπαλισμένη με αλαζονεία, που ακούστηκε με παροιμιώδη αφέλεια από τους εκπροσώπους αυτών των κινήσεων, δεν αποτελεί ειλικρίνεια, αλλά ομολογία επικίνδυνης ανεπάρκειας. Η πολιτική δεν είναι ένα πεδίο για πειραματισμούς τύπου «είδαμε φως και μπήκαμε», αλλά μια ευθύνη που απαιτεί γνώση, συγκρότηση και κυρίως πρόταση.

Η δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει μόνο από εκείνους που την εκμεταλλεύονται, αλλά και από εκείνους που υπόσχονται να τη σώσουν προσφέροντας το κενό ως λύση. Η ισοπεδωτική απόρριψη των πάντων και το τσουβάλιασμα προσώπων και ιδεών οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον λαϊκισμό. Είναι εύκολο να κατεδαφίζεις, αλλά εξαιρετικά δύσκολο να οικοδομείς.

Οι πολίτες που στρέφονται προς αυτά τα μορφώματα, θεωρώντας ότι εκδικούνται το σύστημα, στην πραγματικότητα υποσκάπτουν τη δική τους εκπροσώπηση. Η νομοθετική εξουσία απαιτεί ανθρώπους που αντιλαμβάνονται τη λειτουργία του κράτους και τις διεθνείς ισορροπίες, όχι άτομα που ανακαλύπτουν την πολιτική μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με όρους likes και όχι ουσίας.

Καταλαβαίνω την οργή για τη φθορά, τα σκάνδαλα, την αυτάρεσκη αλαζονεία όσων κυβέρνησαν. Αλλά άλλο η τιμωρία και άλλο η αυτοχειρία.

Σε μια εποχή όπου η Κύπρος αντιμετωπίζει υπαρξιακές προκλήσεις, η επιλογή της «πολιτικής του τίποτα» είναι μια πολυτέλεια που δεν έχουμε. Η ιστορική πείρα διδάσκει ότι το κενό εξουσίας και η έλλειψη περιεχομένου καταλαμβάνονται πάντα από δυνάμεις που δεν έχουν ως γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Η πνευματική καλλιέργεια και η γνώση της ιστορίας θα έπρεπε να μας υπενθυμίζουν ότι οι «σωτήρες» που στερούνται λόγου και θέσεων είναι συνήθως οι προάγγελοι μεγαλύτερων δεινών. Η διάσωση του τόπου περνά μέσα από την ανανέωση των θεσμών με ικανούς ανθρώπους και όχι μέσα από την αυτοκαταστροφική διάθεση της τιμωρητικής ψήφου. Η ευθύνη πλέον βαραίνει τον κάθε πολίτη ξεχωριστά, καθώς η ανοχή στην άγνοια είναι το πρώτο βήμα προς την παρακμή.