Του Πατριάρχη
Η Μαρία Καρυστιανού αναδείχθηκε ως σύμβολο μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, τόσο γιατί το επιδίωξε, όσο και επειδή η ελληνική δημόσια ζωή έχει μια σταθερή αδυναμία. Όταν οι θεσμοί δείχνουν ανήμποροι και ανίκανοι, ψάχνει πρόσωπα για να τους φορτώσει όσα δεν θέλει ή δεν μπορεί να απαιτήσει από το κράτος. Το σύμβολο όμως, δεν μένει ποτέ για πολύ σύμβολο. Κάποια στιγμή ή θα μπει στην πολιτική αρένα ή θα τον σπρώξουν, και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Παζάρι και φθορά.
Η Μαρία Καρυστιανού, όπως πολλοί εκτιμούσαν εδώ και καιρό, αποκάλυψε ότι δημιουργεί πολιτικό σχήμα, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το αν θα ηγηθεί η ίδια, με τη γνωστή ρητορική ότι «ο λαός» θα δείξει τον ηγέτη. Από εκείνη τη στιγμή, το πένθος μετατράπηκε σε πολιτική μαγιά, με όρους αγοράς. Ποιος επενδύει, ποιος «δικαιούται» να εκπροσωπεί και ποιος θα πάρει μερίδιο από την αγανάκτηση.
Εκεί μπαίνουν στο κάδρο όσοι την «έσπρωξαν» ή προσπάθησαν να τη σπρώξουν. Πολιτικοί κύκλοι στη Θεσσαλονίκη είχαν ξεκινήσει από μήνες διεργασίες για να μετασχηματίσουν το λεγόμενο «κίνημα των Τεμπών» σε φορέα που θα καλύψει κενό αντιπολίτευσης και θα απειλήσει την κυριαρχία Μητσοτάκη. Σε αυτό το πλαίσιο περιγράφονται και πιέσεις προς την Καρυστιανού να βγει μπροστά. Κάποιοι είδαν στο πρόσωπό της ένα όχημα και μια ηθική ασπίδα πάνω στην οποία θα εξέδιδαν το δικό τους πολιτικό εισιτήριο.
Μόνο που εδώ έγινε το κλασικό ελληνικό μπέρδεμα, ο επενδυτής πίστεψε ότι αγοράζει και ο άλλος νόμιζε πως πουλάει. Όταν η Καρυστιανού έδειξε ότι δεν θέλει να είναι βιτρίνα κανενός, αλλά παίκτης με δική της φιλοδοξία και δική της ατζέντα, ήρθε η ρήξη. Το διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών ζήτησε την παραίτησή της, με δημόσιες αιχμές ότι ο Σύλλογος δεν φτιάχτηκε για να γίνει εφαλτήριο «προσωπικών φιλοδοξιών». Λίγες ώρες μετά, η ίδια αποχώρησε καταγγέλλοντας παρατυπίες, εσωτερικά εμπόδια και άρνηση δημοσιοποίησης οικονομικών στοιχείων.
Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα της υπόθεσης, όχι αν η Καρυστιανού «δικαιούται» να πολιτευτεί. Φυσικά και δικαιούται. Το ζήτημα είναι ότι γύρω από μια τραγωδία στήθηκε μια μικρή βιομηχανία ηθικού κύρους, και όπως κάθε βιομηχανία έχει μετόχους. Άλλοι ήθελαν να το εξαργυρώσουν ως αντιπολιτευτικό όπλο, άλλοι ως αφήγημα σωστήρα και άλλοι ως κίνηση «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» που ακούγεται πάντα ωραία μέχρι να έρθει η ώρα των αποφάσεων. Η Καρυστιανού, από την πλευρά της, φαίνεται να επέλεξε να μην μοιράσει το κέρδος, αλλά να το διεκδικήσει για τον εαυτό της και τότε οι «επενδυτές» ανακάλυψαν ότι δεν είχαν προσλάβει εκπρόσωπο, είχαν εκπαιδεύσει ανταγωνιστή.
Η ηρωοποίηση ανθρώπων για τους λάθος λόγους έχει πάντα την ίδια κατάληξη. Πρώτα τους ανεβάζει στο βάθρο και μετά τους ζητά λογαριασμό σαν να ήταν εκλεγμένοι πρωθυπουργοί. Στο μεταξύ, η δικαιοσύνη για τα Τέμπη βρίσκεται στις ράγες της Δικαιοσύνης. Στους θεσμούς, στα δικαστήρια, στις αποδείξεις, στις ευθύνες και όχι στα πανό και στα προσωπικά αφηγήματα. Αυτό είναι το ουσιαστικό μέρος. Γι’ αυτό και το αποφεύγουμε με τόσο πάθος.

























