Του Πατριάρχη
Όσα έγιναν γνωστά, από το περιεχόμενο του κινητού τηλεφώνου του 48χρονου στη Λάρνακα, ξεπερνούν τα όρια της κοινής λογικής και μας φέρνουν αντιμέτωπους με μια αποτρόπαιη πραγματικότητα που αρνούμασταν να αποδεχθούμε. Οι εικόνες και οι περιγραφές των βασανισμών, των ξυλοδαρμών και του εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης, παραπέμπουν σε σκοτεινές πρακτικές των καρτέλ του εξωτερικού, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση η σκηνή του εγκλήματος βρίσκεται σε μια δική μας πόλη, λίγα βήματα μακριά από την Αστυνομική Διεύθυνση. Η ωμότητα με την οποία χρησιμοποιούνται τα όπλα, ως μέσα εκφοβισμού και η άνεση με την οποία καταγράφεται η βία, υποδηλώνουν μια επικίνδυνη αίσθηση ασυδοσίας και υπεροχής των εγκληματικών στοιχείων έναντι του κράτους.
Το ερώτημα που προκύπτει και ζητά επιτακτικά απαντήσεις αφορά τον ρόλο και την ετοιμότητα της Αστυνομίας.
Είναι αδιανόητο μια τέτοια δομή οργανωμένου εγκλήματος να λειτουργεί, να δρα και να κινηματογραφεί τα κατορθώματά της, χωρίς οι αρχές να έχουν αντιληφθεί το παραμικρό.
Εάν η Αστυνομία τελούσε σε πλήρη άγνοια, τότε το πρόβλημα εστιάζεται στην επιχειρησιακή της ανεπάρκεια, η οποία αφήνει τους πολίτες ανυπεράσπιστους. Εάν όμως υπήρχαν πληροφορίες που έμεναν στα συρτάρια, τότε η συζήτηση μεταφέρεται σε ένα πολύ πιο επικίνδυνο πεδίο, αυτό της σήψης και της διαφθοράς που ενδεχομένως έχει εισχωρήσει στα ενδότερα του Σώματος.
Η δημόσια ασφάλεια αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής συνοχής και την πρωταρχική υποχρέωση κάθε δημοκρατικής πολιτείας. Όταν οι εγκληματίες αισθάνονται τόσο ισχυροί ώστε να ασκούν βία χωρίς αναστολές, τότε το κράτος δικαίου είναι απλώς μια ταμπέλα. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μπορεί να εκφράζει την πολιτική πρόθεση για πάταξη της εγκληματικότητας, όμως η πολιτική κατεύθυνση παραμένει κενό γράμμα αν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές πράξεις στο πεδίο. Η ευθύνη για την αποτυχία ή την επιτυχία βαραίνει αποκλειστικά την ηγεσία της Αστυνομίας, η οποία οφείλει να αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύσει την κοινωνία και να επιβάλει τον νόμο.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η ανοχή στη βία και η αδράνεια των θεσμών λειτουργεί ως πράσινο φως για την περαιτέρω αποθράσυνση του υποκόσμου. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέπει σε ομάδες κακοποιών να επιβάλλουν τους δικούς τους κανόνες της «ζούγκλας». Απαιτείται άμεση κάθαρση και αναδιοργάνωση των μηχανισμών καταστολής, ώστε να επανέλθει η εμπιστοσύνη του πολίτη προς τους θεσμούς. Η λογοδοσία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά η αναγκαία προϋπόθεση για να μην μετατραπούμε σε ένα πεδίο ανεξέλεγκτων συγκρούσεων και αποκτήνωσης. Η ηγεσία της δύναμης κρίνεται εκ του αποτελέσματος και οι δικαιολογίες έχουν πλέον εξαντληθεί.
Κουραστήκαμε να ακούμε για «σάπια μήλα» και για μηδενική ανοχή και «μαχαίρια στο κόκαλο».
Ας τελειώνουμε με τις διακηρύξεις.

























