Γιατί ο Τραμπ θέλει να κάνει δώρο στον Πούτιν την Ουκρανία;

Του Πατριάρχη

Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή του 2022, η Ρωσία δεν έχει πετύχει κανέναν από τους αρχικούς στρατηγικούς της στόχους. Δεν κατέλαβε το Κίεβο, δεν ανέτρεψε την ουκρανική ηγεσία, δεν έσπασε τη δυτική ενότητα. Στο πεδίο των μαχών κρατά περίπου το ένα πέμπτο της Ουκρανίας και αδυνατεί ακόμη να ολοκληρώσει την κατάληψη ολόκληρης της περιφέρειας του Ντονέτσκ, ενώ οι απώλειες της σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό είναι τεράστιες.

Κι ενώ η Μόσχα δεν κερδίζει στο μέτωπο, εμφανίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ με ένα αμερικανορωσικό σχέδιο 28 σημείων που ζητά από την Ουκρανία να παραδώσει εδάφη, να μειώσει δραστικά τον στρατό της, να παραιτηθεί από μακράς εμβέλειας όπλα και να δεχτεί απαγόρευση ξένων στρατευμάτων στο έδαφός της. Ουσιαστικά, να αποδεχτεί ως «ειρήνη» αυτό που ο Πούτιν δεν κατάφερε να επιβάλει με τους πυραύλους.
Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πληροφορούνται από διαρροές στα μέσα ενημέρωσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία συζητούσαν ένα τέτοιο πλαίσιο χωρίς να υπάρχει πραγματική διαβούλευση με τους Ευρωπαίους, παρότι αυτοί σηκώνουν πλέον το μεγαλύτερο βάρος της στήριξης της Ουκρανίας και κινδυνεύουν άμεσα από την έκβαση του πολέμου. Δεν είναι τυχαίο ότι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μιλούν ήδη για «σχέδιο συνθηκολόγησης» και εκφράζουν ανοιχτά την οργή τους που δεν ερωτήθηκαν καν.

Γιατί λοιπόν ο Τραμπ εμφανίζεται σαν «από μηχανής Θεός» όχι για να σώσει την Ουκρανία, αλλά τον Πούτιν;

Πρώτον, ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο είναι βαθιά συναλλακτικός. Για εκείνον ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι επίθεση σε μια ευρωπαϊκή χώρα, αλλά μια διαφορά ανάμεσα σε δύο ηγέτες που πρέπει κάπως να «κλείσει». Αν η Ρωσία κρατήσει τα κέρδη της και η Ουκρανία ζήσει ακρωτηριασμένη και αφοπλισμένη, αυτό μπορεί να παρουσιαστεί στην αμερικανική κοινή γνώμη ως «τέλος στον πόλεμο». Η ουσία, δηλαδή η κατάρρευση της ευρωπαϊκής ασφάλειας, περνά σε δεύτερη μοίρα.
Δεύτερον, ο Τραμπ θέλει απελπισμένα να φορέσει το στέμμα του «ειρηνοποιού». Έχει υποσχεθεί ότι θα τερματίσει τον πόλεμο γρήγορα και φθηνά. Δεν μπορεί να πιέσει τον Πούτιν να αποσυρθεί, μπορεί όμως να πιέσει τον αδύναμο, την Ουκρανία, να αποδεχθεί όρους που ακόμη και στενοί συνεργάτες του Ζελένσκι χαρακτηρίζουν «άνευ όρων συνθηκολόγηση».
Τρίτον, υπάρχει μια σταθερή ιδεολογική και πολιτική έλξη προς αυταρχικούς ηγέτες. Ο Τραμπ έχει διαχρονικά μιλήσει με θαυμασμό για τον Πούτιν, έχει συγκρουστεί με το αμερικανικό κατεστημένο για χάρη του και έχει ήδη βρεθεί στο επίκεντρο μιας καθαίρεσης για τον τρόπο που χρησιμοποίησε το ουκρανικό ζήτημα για εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Δεν είναι υπερβολή να μιλά κανείς για «εξόφληση χρεών», έστω και πολιτικών, προς το Κρεμλίνο.
Τέταρτον, ο τρόπος που στήθηκε το σχέδιο δείχνει αλαζονεία και περιφρόνηση προς συμμάχους. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, κεντρικό ρόλο στις επαφές είχαν άτυπα κανάλια ανάμεσα σε ανθρώπους του Τραμπ και πρόσωπα συνδεδεμένα με ρωσικά κεφάλαια, ενώ το πλαίσιο των 28 σημείων αντανακλά σχεδόν κατά γράμμα τις ρωσικές απαιτήσεις για εδάφη και περιορισμό της ουκρανικής ισχύος.

Ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να το παρουσιάσει ως ισορροπημένο σχέδιο με «εγγυήσεις ασφάλειας» και για τις δύο πλευρές. Στην πράξη όμως όλες οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις αφορούν την Ουκρανία, ενώ από τη ρωσική πλευρά περισσεύουν μόνο γενικόλογες υποσχέσεις ότι «δεν θα επιτεθεί ξανά».

Αν όλα αυτά προκύπτουν από βαθύ υπολογισμό ή από ανικανότητα να διαπραγματευτεί με όρους ηγέτιδας δύναμης, η ζημιά είναι η ίδια. Ένα σχέδιο που νομιμοποιεί την αλλαγή συνόρων με τη βία, που αφήνει τη Ρωσία αλώβητη και την Ουκρανία κουτσουρεμένη και αφοπλισμένη, δεν είναι ειρήνη. Είναι πρόσκληση για τον επόμενο πόλεμο, σε μια Ευρώπη που θα έχει μάθει ότι η ασφάλεια της μπορεί να μπει στο τραπέζι ως δώρο, αρκεί να το ζητήσει ο κατάλληλος αυταρχικός ηγέτης από τον λάθος πρόεδρο των ΗΠΑ.